-> kampanokrousia: 2018

Μετάφραση / Translation

Παρασκευή, 25 Μαΐου 2018

Πανήγυρις Ιερού Ναού Αγίας Τριάδος Θεσσαλονίκης

Διεύθυνση:
Αγίας Τριάδος 22 και Βελισσαρίου, 54640, Θεσσαλονίκη
Τηλ.: 2310 858475, 2310831831

Τα μνημόσυνα είναι ο καλύτερος δικηγόρος για τις ψυχές των κεκοιμημένων

SaintPaisios

-Γέροντα, οι υπόδικοι νεκροί  μπορούν να προσεύχονται;
-Έρχονται σε συναίσθηση και ζητούν βοήθεια, αλλά δεν μπορούν να βοηθήσουν τον εαυτό τους. Όσοι βρίσκονται στον Άδη μόνο ένα πράγμα θα ήθελαν από τον Χριστό: να ζήσουν πέντε λεπτά για να μετανοήσουν. Εμείς που ζούμε, έχουμε περιθώρια μετανοίας, ενώ οι καημένοι οι κεκοιμημένοι δεν μπορούν πια μόνοι τους να καλυτερεύσουν την θέση τους, αλλά περιμένουν από εμάς βοήθεια. Γι’ αυτό έχουμε χρέος να τους βοηθούμε με την προσευχή μας.
Μου λέει ο λογισμός ότι μόνο το δέκα τοις εκατό από τους υπόδικους νεκρούς βρίσκονται σε δαιμονική κατάσταση, και, εκεί που είναι, βρίζουν τον Θεό, όπως οι δαίμονες. Δεν ζητούν βοήθεια, αλλά και δεν δέχονται βοήθεια! Γιατί, τι να τους κάνει ο Θεός; Σαν ένα παιδί που απομακρύνεται από τον πατέρα του, σπαταλάει όλη την περιουσία του και από πάνω βρίζει και τον πατέρα του. Ε, τι να το κάνει αυτό ο πατέρας του;
Οι άλλοι όμως οι υπόδικοι, που έχουν λίγο φιλότιμο, αισθάνονται την ενοχή τους, μετανοούν και υποφέρουν για τις αμαρτίες. Ζητούν να βοηθηθούν και βοηθιούνται θετικά με τις προσευχές των πιστών. Τους δίνει δηλαδή ο Θεός μία ευκαιρία, τώρα που είναι υπόδικοι, να βοηθηθούν μέχρι να γίνει η Δευτέρα Παρουσία. Και όπως σε αυτή τη ζωή, αν κάποιος είναι φίλος με τον βασιλιά, μπορεί να μεσολαβήσει και να βοηθήσει έναν υπόδικο, έτσι κι αν είναι κανείς φίλος με τον Θεό, μπορεί να μεσολαβήσει στο Θεό με την προσευχή του και να μεταφέρει τους υπόδικους από την μία φυλακή σε άλλη καλύτερη, από το ένα κρατητήριο σε ένα άλλο καλύτερο. Ή ακόμα μπορεί να τους μεταφέρει και σε ένα δωμάτιο ή σε διαμέρισμα.
Όπως ανακουφίζουμε τους φυλακισμένους με αναψυκτικά κλπ που τους πηγαίνουμε, έτσι και τους νεκρούς τους ανακουφίζουμε με τις προσευχές και τις ελεημοσύνες που κάνουμε για τη ψυχή τους. Οι προσευχές των ζώντων για τους κεκοιμημένους και ταμνημόσυνα είναι η τελευταία ευκαιρία που δίνει ο Θεός στους κεκοιμημένους να βοηθηθούν, μέχρι να γίνει η τελική Κρίση. Μετά την δίκη δεν θα υπάρχει δυνατότητα να βοηθηθούν….
…Ο Θεός θέλει να βοηθήσει τους κεκοιμημένους, γιατί πονάει για τη σωτηρία τους, αλλά δεν το κάνει, γιατί έχει αρχοντιά. Δεν θέλει να δώσει δικαίωμα στο διάβολο να πει: Πως τον σώζεις αυτόν, ενώ δεν κοπίασε; Όταν εμείς προσευχόμαστε για τους κεκοιμημένους, Του δίνουμε το δικαίωμα να επεμβαίνει. Περισσότερο μάλιστα συγκινείται ο Θεός όταν προσευχόμαστε για τους κεκοιμημένους παρά για τους ζώντες.
Γι’ αυτό και η Εκκλησία μας έχει τα κόλλυβα, τα μνημόσυνα. Τα μνημόσυνα είναι ο καλύτερος δικηγόρος για τις ψυχές των κεκοιμημένων. Έχουν τη δυνατότητα και από την κόλαση να βγάλουν τη ψυχή. Κι εσείς σε κάθε Θεία Λειτουργία να διαβάζετε κόλλυβα για τους κεκοιμημένους. Έχει νόημα το σιτάρι: Σπείρετε εν φθορά, εγείρεται εν αφθαρσία (Α’ Κορινθ, κεφ 15, εδ 42)(δηλαδή συμβολίζει το θάνατο και την ανάσταση του ανθρώπου), λέει η Γραφή…
-Γέροντα, αυτοί που έχουν πεθάνει πρόσφατα έχουν μεγαλύτερη ανάγκη από προσευχή;
-Εμ, όταν μπαίνει κάποιος στη φυλακή, στην αρχή δεν δυσκολεύεται πιο πολύ; Να κάνουμε προσευχή για τους κεκοιμημένους που δεν ευαρέστησαν στον Θεό, για να κάνει κάτι και γι’ αυτούς ο Θεός. Ιδίως, όταν ξέρουμε ότι κάποιος ήταν σκληρός, γιατί μπορεί να νομίζουμε ότι ήταν σκληρός, αλλά στη πραγματικότητα να μην ήταν,  και είχε αμαρτωλή ζωή, τότε να κάνουμε πολλή προσευχή, Θείες Λειτουργίες, Σαρανταλείτουργα για τη ψυχή του και να δίνουμε ελεημοσύνη σε φτωχούς για τη σωτηρία της ψυχής του, για να ευχηθούν οι φτωχοί “να αγιάσουν τα κόκκαλά του”, ώστε να καμθεί ο Θεός και να τον ελεήσει. Έτσι ότι δεν έκανε εκείνος, το κάνουμε εμείς γι’ αυτόν. Ενώ ένας άνθρωπος που είχε καλωσύνη, ακόμα και αν η ζωή του δεν ήταν καλή, επειδή είχε καλή διάθεση, με λίγη προσευχή πολύ βοηθιέται.
Έχω υπόψη μου γεγονότα που μαρτυρούν πόσο οι κεκοιμημένοι βοηθιούνται με την προσευχή πνευματικών ανθρώπων. Κάποιος ήρθε στο Καλύβι και μου είπε με κλάματα: Γέροντα, δεν έκανα προσευχή για κάποιο γνωστό μου κεκοιμημένο και μου παρουσιάστηκε στον ύπνο μου. Είκοσι μέρες, μου είπε, έχεις να με βοηθήσεις, με ξέχασες και υποφέρω! Πράγματι, μου λέει (ο προσκηνυτής) εδώ και 20 μέρες είχα ξεχαστεί με διάφορες μέριμνες και ούτε για τον εαυτό μου δεν προσευχόμουν.
-Όταν, Γέροντα, πεθάνει κάποιος και μας ζητήσουν να προσευχηθούμε γι’ αυτόν, είναι καλό να κάνουμε κάθε μέρα ένα κομποσχοίνι μέχρι τα σαράντα;
-Άμα κάνεις κομποσχοίνι γι’αυτόν, βάλε και άλλους κεκοιμημένους. Γιατί να πάει η αμαξοστοιχία στον προορισμό της με έναν μόνο επιβάτη, ενώ χωράει και άλλους;
Πόσοι κεκοιμημένοι έχουν ανάγκη οι καημένοι και ζητούν βοήθεια και δεν έχουν κανέναν να προσευχηθεί γι’αυτούς! Μερικοί, κάθε τόσο, κάνουν μνημόσυνο μόνο για κάποιον δικό τους. Με αυτό το τρόπο δεν βοηθιέται ούτε ο δικός τους, γιατί η προσευχή τους δεν είναι τόσο ευάρεστη στο Θεό. Αφού τόσα μνημόσυνα έκαναν γι’ αυτόν, ας κάνουν συγχρόνως και για τους ξένους.
-Γέροντα, οι νεκροί που δεν έχουν ανθρώπους να προσεύχονται γι’αυτούς βοηθιούνται από τις προσευχές εκείνων που προσεύχονται γενικά για τους κεκοιμημένους;
-Και βέβαια βοηθιούνται. Εγώ, όταν προσεύχομαι για όλους τους κεκοιμημένους, βλέπω στον ύπνο μου τους γονείς μου, γιατί αναπαύονται από την προσευχή που κάνω. Κάθε φορά που έχω Θεία Λειτουργία, κάνω γενικό μνημόσυνο για όλους τους κεκοιμημένους… Αν καμιά φορά δεν κάνω ευχή για τους κεκοιμημένους, παρουσιάζονται γνωστοί κεκοιμημένοι μπροστά μου. Έναν συγγενή μου, που είχε σκοτωθεί στο πόλεμο, τον είδα μπροστά μου μετά τη Θεία Λειτουργία, την ώρα του μνημοσύνου, γιατί αυτόν δεν τον είχα γραμμένο με τα ονόματα των κεκοιμημένων, επειδή μνημονεύονταν στη Προσκομιδή με τους ηρωικώς πεσόντες. Κι εσείς στην Αγία Πρόθεση να μη δίνετε να μνημονευθούν μόνο ονόματα ασθενών, αλλά και ονόματα κεκοιμημένων, γιατί μεγαλύτερη ανάγκη έχουν οι κεκοιμημένοι!
Από τον Δ’ τόμο, Οικογενειακή Ζωή, Λόγοι του π. Παϊσίου, Εκδόσεις Ησυχαστήριο Ευαγγελιστής Ιωάννης ο Θεολόγος, Σουρωτή, Θεσσαλονίκη.
http://www.kontranews.gr

Λησμόνησα εντελώς τη λύπη μου …

ioannismajimovits

Ενώ ζούσε ο Άγιος Ιωάννης Μαξίμοβιτς μια γυναίκα από το Σαν Φρανσίσκο διηγήθηκε:
«Οι Κινέζοι κομμουνιστές δεν επέτρεπαν στο σύζυγό μου, Γρηγόριο Ποπόβ, την έξοδό του από την Κίνα, όταν πριν τρία χρόνια (1958),  ήθελε να έρθει να με βρει. Του έκαναν ενέσεις αντιτετανικές, αντί για ανεμοβλογιά και πέθανε από δηλητηρίαση του αίματος στο Τιεντσίν. Έκλαψα πικρά και έπεσα σε απελπισία.
Αυτή τη χρονική περίοδο ο Άγιος Ιωάννης βρισκόταν στο Σαν Φρανσίσκο. Σε μια ολονυκτία με πλησίασε στο τέλος και μου είπε:
-«Έχω ακούσει τον πόνο σου!»
 Ξέσπασα σε κλάματα! Ο Άγιος πήρε ένα κεράκι, προσευχήθηκε, το έβαλε στο τραπέζι των μνημοσύνων και τότε με πλησίασε και σταθερά έκανε το σημείο του σταυρού από πάνω μου. Εκείνη τη στιγμή αισθάνθηκα ότι έφευγε από πάνω μου ένα τεράστιο βάρος τόσο από το κεφάλι μου, όσο και από όλο μου το σώμα. Όλα έγιναν μονομιάς τόσο εύκολα για μένα. Σταμάτησα να κλαίω και μάλιστα λησμόνησα εντελώς τη λύπη μου.»
Από το βιβλίο Άγιος Ιωάννης Μαξίμοβιτς , Ι.Μ Αγ. Νεκταρίου Δωρίδος

Για το ψυχοσάββατο

MNIMOSINO

Στη ζωή της Εκκλησίας δεν υπάρχουν νεκροί. Οι άνθρωποι είναι ζωντανοί και στον επίγειο κόσμο και στον ουράνιο. Γι’ αυτόν το λόγο οι ίδιοι οι Απόστολοι θέσπισαν προσευχές ειδικές με ευχές για τους κεκοιμημένους για δύο βασικούς λόγους.
Πρώτον· τη βεβαιότητα και την πίστη της χριστιανικής διδασκαλίας στη μεταθανάτια ζωή, την ανάσταση των νεκρών σωμάτων, τη Δευτέρα Παρουσία του Χριστού, την τελική κρίση των ανθρώπων και την αιώνια ζωή στη Βασιλεία των Ουρανών.
Και δεύτερον· την έννοια της Εκκλησίας ως σώμα Χριστού με ζωντανά μέλη-όργανα και την ζωή της Εκκλησίας ως κοινωνία Αγίων, ζωντανών και κεκοιμημένων.
Έτσι λοιπόν το βιβλίο των Αποστολικών Διαταγών ορίζει και μεριμνά για την ανάπαυση των ψυχών με προσευχές και με έργα αγάπης. Καθορίζει με κέντρο την ημέρα του θανάτου του ανθρώπου τις τριήμερες, τις εννιάμερες, τις τεσσαρακοστές και τις ετήσιες προσευχές, αυτές που σήμερα λέμε τρισάγια και μνημόσυνα.
Αργότερα η Εκκλησία δημιουργεί και δύο Ψυχοσάββατα. Το πρώτο το Σάββατο πριν την Κυριακή της Απόκρεω και το δεύτερο πριν την Κυριακή της Πεντηκοστής. Όλες οι ανωτέρω τελετές προέρχονται από αρχαιοελληνικές και εβραϊκές νεκρικές τελετές τις οποίες εκχριστιάνισαν οι Πατέρες στηριζόμενοι στην Αγία Γραφή.
Λέει σχετικά στο έργο του «Περί των εν πίστει κεκοιμημένων» ο άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός: «Και οι Ιουδαίοι πρόσφεραν θυσίες για την εξάλειψη των αμαρτιών των μετ’ ευσεβείας κοιμωμένων[1]».
Το Σάββατο της Πεντηκοστής αναφέρεται και ως «Σάββατο των Ροσαλίων» (από το λατινικό: Rosalia). Τα Rosalia ήταν ρωμαϊκή εορτή προς τιμήν των νεκρών. Η ίδια εορτή αναφέρεται και στους βυζαντινούς χρόνους ως «Ροδοφόρια» ή και «Ροζάλια» και γίνονταν στη Βασιλεύουσα τους μήνες Μάιο ή Ιούνιο. Ήταν γιορτή της άνοιξης η οποία συνδέθηκε με τους νεκρούς, πηγαίνοντας λουλούδια στους τάφους των νεκρών και κυρίως των μαρτύρων. Υπάρχει και ο στίχος που λέει:
Όλα τα Σάββατα να παν, να παν και να γυρίσουν
του Ρουσαλιού το Σάββατο ποτές να μη γυρίσει.
Αργότερα τα λουλούδια άρχισαν να προσφέρονταν ως ένδειξη τιμής και σεβασμού και στον κάθε νεκρό. Επιπλέον δόθηκε ο θεολογικός συμβολισμός των κολλύβων. Το σιτάρι συμβολίζει την ταφή, την ανάσταση και την πέρα από τον τάφο ζωή του ανθρώπου, καθώς, πέφτοντας στη γη, σαπίζει και «πεθαίνει». Απ’ αυτόν το «θάνατό» του όμως βλασταίνει μία νέα ζωή.
Τα Ψυχοσάββατα ήταν μέρες που δεν εργάζονταν ο κόσμος και μάλιστα για όσους δεν τηρούσαν την αργία λέγονταν ότι είναι αναθεματισμένοι. Κι επειδή πίστευαν πως αυτές τις ημέρες οι ψυχές των νεκρών κυκλοφορούν ανάμεσα στους ζωντανούς απαγορεύεται κυρίως το ράψιμο από τις γυναίκες γιατί θεωρείται ότι τρυπούν τις ψυχές.[2]
Η Εκκλησία καθιέρωσε αυτόν τον τρόπο επικοινωνίας με τις ψυχές των νεκρών επειδή πιστεύει και διδάσκει την αιώνια ζωή. Είναι μία ευκαιρία, λόγω του Ψυχοσάββατου, να αναφερθούμε στη διδασκαλία της Εκκλησίας για τη ζωή της ψυχής μετά το σωματικό θάνατο.
Η ζωή της ψυχής μετά το σωματικό θάνατο, ή όπως την ονομάζουν άλλοι «μέση κατάσταση των ψυχών» για τους ορθόδοξους είναι η ζωή που ζει η ψυχή μετά την έξοδό της από το σώμα μέχρι τη Δευτέρα Παρουσία, οπότε, μετά την κοινή Ανάσταση, θα λάβει το «οικείον» σώμα μεταμορφωμένο και άφθαρτο. Την ονόμασαν αυτή την κατάσταση οι Πατέρες «μέση κατάσταση», διότι ἡ ψυχή βρίσκεται σε κατάσταση αναμονής και προσμονής της αναστάσεως και της Δευτέρας Παρουσίας του Κυρίου. Παραμένοντας στην κατάσταση αυτή η ψυχή, προγεύεται την παραδείσια μακαριότητα ή τις τιμωρίες της Κολάσεως. Στη μέση κατάσταση δηλαδή ούτε οι δίκαιοι απολαμβάνουν όσα θα ζήσουν και θα απολαύσουν στη Βασιλεία των Ουρανών, ούτε οι αμετανόητοι αμαρτωλοί υφίστανται την τέλεια κόλαση.
Σε πολλά πατερικά κείμενα που είναι σχετικά με την εσχατολογία παρατηρούμε να γίνεται διάκριση ανάμεσα στον Παράδεισο και στη Βασιλεία του Θεού και ανάμεσα στον Άδη και στην Κόλαση. Έτσι ονομάζουν Παράδεισο, την κατάσταση εκείνη όπου έρχονται οι δίκαιοι και οι Άγιοι μετά την κοίμησή τους. Βασιλεία του Θεού, την κατάσταση εκείνη όπου θα εισέλθουν οι Άγιοι μετά την ανάσταση των σωμάτων τους. Άδη, εκεί μεταβαίνουν οι μη σεσωσμένοι αμαρτωλοί μετά το θάνατό τους. Κόλαση, εκεί θα εισέλθουν οι μη σεσωσμένοι αμαρτωλοί μετά την ανάσταση των σωμάτων τους και την τελική κρίση. Σε πολλούς Πατέρες όμως ο Παράδεισος και η Βασιλεία του Θεού ταυτίζονται καθώς και ο Άδης και η Κόλαση, όπως θα δούμε αναλυτικά.
Ο Μέγας Αθανάσιος μας λέει ότι οι δίκαιοι μετά το θάνατό τους δοκιμάζουν «μερικήν απόλαυσιν» οι δε αμαρτωλοί «μερικήν κόλασιν». Λέει χαρακτηριστικά: «Τί νομίζετε λοιπόν, ότι έλαβαν οι δίκαιοι τα αγαθά που τους ανήκουν και οι αμαρτωλοί την Κόλαση; Καθόλου. Όμως προαπολαμβάνουν την χαρά αυτή του Παραδείσου οι ψυχές των Αγίων. Και είναι αυτή μερική απόλαυση, όπως και η λύπη, που έχουν οι αμαρτωλοί, μερική κόλαση».
Ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος επίσης, ερμηνεύοντας το χωρίο «ίνα μη χωρίς ημών τελειωθώσι»[3], υποστηρίζει ότι οι δίκαιοι, οι οποίοι μετέστησαν στην άλλη ζωή, δεν έχουν απολαύσει ακόμη τα αγαθά της αιώνιας ζωής, διότι περιμένουν εμάς.
Όταν λέμε Παράδεισο ή Κόλαση δεν εννοούμε τόπους αισθητούς. Είναι τρόπος ζωής και όχι τόπος. Είναι κατάσταση ζωής άυλης και ασώματης, κατά τον άγιο Γρηγόριο Νύσσης.
Κατά δε την εμπειρία των Αγίων μας, ο ίδιος ο Θεός σε σχέση με τον άνθρωπο βιώνεται ως Παράδεισος, ή βιώνεται ως Κόλαση. Ο π. Ιωάννης Ρωμανίδης λέει επιγραμματικά: «Το ίδιον το εκπηγάζον εκ του Χριστού χρυσόν φως της δόξης, μέσα εις το οποίον περικλείονται οι φίλοι του, γίνεται κόκκινον καθώς κυλά προς τα κάτω, διά ν’ αγκαλιάσει αυτή η ιδία θεία αγάπη, τους «κατηραμένους» που την βλέπουν ως δύναμιν κολαστικήν».
Στην Εκκλησία είμαστε βέβαιοι ότι οι ψυχές ζουν μετά το θάνατο του σώματος. Στην Αγία Γραφή έχουμε πολλά χωρία που το βεβαιώνουν.
Στην Παλαιά Διαθήκη αναφέρεται ότι «ο Αβραάμ απέθανε και προσετέθη τω λαώ αυτού»[4], δηλαδή στους δίκαιους προγόνους του. Ο προφήτης Ηλίας ανέστησε τον υιό της χήρας στα Σαρεπτά. Προσευχήθηκε στο Θεό και είπε· «Κύριε, ο Θεός, επιστραφήτω δη η ψυχή του παιδαρίου τούτου εις αυτόν»[5]. Και πραγματικά, μετά την προσευχή, επέστρεψε η ψυχή του παιδιού στο σώμα του και έζησε πολλά χρόνια.
Ο τετραήμερος Λάζαρος, η θυγατέρα του Ιαείρου, ο γιός της χήρας της Ναΐν, όλων αυτών οι ψυχές επέστρεψαν στα αντίστοιχα σώματά τους με το λόγο του Χριστού.
Ο Ίδιος ο Κύριος είπε στο ληστή· «Σήμερον μετ’ εμού έση εν τω Παραδείσῳ»[6]. Αλλά ο ληστής βρισκόταν στο τέλος της επίγειας ζωής του. Επομένως αφού το σταυρωμένο του σώμα σε λίγο θα πέθαινε, η ψυχή του Ληστή ήταν εκείνη που θα βρισκόταν με τον Κύριο στον Παράδεισο.
Επίσης έχουμε αναφορές και στους Πατέρες. Αναφέρουμε ένα παράδειγμα. Ο άγιος Γρηγόριος Νύσσης στο λόγο του «Περί ψυχής και αναστάσεως» μας αναφέρει: «Οι ψυχές όχι μόνο ζουν μετά τον θάνατο, αλλά, όσες είχαν ενδυθεί την αρετή, καταφεύγουν στον αγαθό κόλπο του Αβραάμ, ενώ των αμαρτωλών οι ψυχές, λόγω του ότι δεν έχουν το φωτεινό ένδυμα των αρετών, η έλλειψη αυτή γίνεται φλόγα που τις κατατρώγει. Εμείς προσευχόμαστε για τους κεκοιμημένους αδελφούς μας επειδή τους αγαπάμε. Αισθανόμαστε εμείς χαρά και ευτυχία προσευχόμενοι γι’ αυτούς. Αισθανόμαστε ενότητα. Δεν κάνουμε προσευχές και λειτουργίες επειδή ο Θεός διαφορετικά θα παραμελήσει τους κεκοιμημένους. Προσευχόμαστε γι’ αυτούς επειδή γνωρίζουμε πως τους αγαπά και τους φροντίζει και θεωρούμε πως έχουμε το προνόμιο να ενώνουμε την αγάπη μας γι’ αυτούς με την αγάπη του Θεού. Ζώντες και τεθνεώτες, είμαστε όλοι μέλη της ίδιας οικογένειας· έτσι ζώντες και τεθνεώτες, πρέπει να παρακαλούμε ο ένας για τον άλλον».
Δεν μας είναι γνωστός ο τρόπος με τον οποίο δρα η προσευχή μας και ευεργετούνται οι κεκοιμημένοι. Όπως ακριβώς δεν ξέρουμε και δεν μπορούμε να προσδιορίσουμε πως δρα η προσευχή μας και βοηθά τους ζώντες αδελφούς μας.
Μια πολύ ωραία θέση πάνω σ᾿ αυτό το θέμα παίρνει ο Μητροπολίτης Κάλλιστος Ware και λέει: «Από προσωπική πείρα ξέρουμε πως η προσευχή για τους άλλους είναι αποτελεσματική κι έτσι συνεχίζουμε να την εξασκούμε. Αλλά αυτή η προσευχή, είτε προσφέρεται για τους ζώντες, είτε για τους τεθνεώτες, λειτουργεί κατά ένα τρόπο που μένει μυστηριώδης. Είμαστε ανίκανοι να βυθομετρήσουμε την ακριβή αλληλεπίδραση μεταξύ της πράξεως της προσευχής, της ελευθέρας βούλησης του άλλου προσώπου και της Χάριτος και προγνώσεως του Θεού. Όταν προσευχόμαστε για τους κεκοιμημένους, μας αρκεί να ξέρουμε πως διαρκώς αναπτύσσεται ἡ αγάπη τους για το Θεό, κι έτσι χρειάζονται την υποστήριξή μας. Τα υπόλοιπα ας τα αφήσουμε στο Θεό».
Ας δούμε ακριβώς το λόγο για τον οποίο θεσπίστηκαν τα Ψυχοσάββατα·
«Σήμερα εμείς οι πιστοί τελούμε τη μνήμη ονομαστικά όλων των νεκρών, που έχουν πριν από αιώνες κοιμηθεί μέσα στην πίστη και έζησαν με ευσέβεια και φόβο Θεού. Ας ανυμνήσουμε λοιπόν τον Σωτήρα μας Κύριο, προσευχόμενοι εκτενώς γι’ αυτούς, ώστε την ώρα της Κρίσεως να έχουν καλή απολογία ενώπιον του Κυρίου και Θεού μας, ο Οποίος θα κρίνει όλους τους ανθρώπους της γης».
Με ποιους τρόπους η Εκκλησία προσεύχεται για τους κεκοιμημένους;
Α) Με τα τρισάγια και τα μνημόσυνα:
Αυτά είναι:
1) Τα τρίτα. Συμβολίζουν την Ανάσταση του Κυρίου μετά την τριήμερη παραμονή του στον τάφο και ευχόμαστε να αναστηθεί ο νεκρός στη Βασιλεία των Ουρανών.
2) Τα ένατα. Τελούνται προς τιμήν των εννέα αγγελικών ταγμάτων με την ευχή η ψυχή να βρεθεί μετά των Αγγέλων.
3 Τα σαράντα. Τελούνται προς τιμήν της Αναλήψεως του Κυρίου με την ευχή να αναληφθεί ο νεκρός στο θρόνο του Θεού.
4) Τα ετήσια. Τελούνται την επέτειο ημέρα του θανάτου, επειδή ο θάνατος του κεκοιμημένου γίνεται πλέον γενέθλιος ημέρα στην αιώνια ζωή.
Τα δύο Ψυχοσάββατα τελούνται για όλους τους νεκρούς που δεν έχουν τάφο, που δεν έγιναν μνημόσυνα και στερήθηκαν της ωφέλειας της προσευχής, είτε επειδή πνίγηκαν στη θάλασσα, είτε επειδή πέθαναν στα ξένα, είτε επειδή χάθηκαν με τη θεολογική σημασία που είπαμε παραπάνω. Το βιβλίο της Παρακλητικής επιβεβαιώνει τη θέση αυτή λέγοντας: «Σήμερα προσευχόμαστε για τους νεκρούς όλων των αιώνων και ευχόμαστε για τη σωτηρία και αυτών που έζησαν με ευσέβεια και φόβο Θεού, αλλά και για όλους τους ληστές, τους κλέφτες, τους τυμβωρύχους και όλους όσους έχουν κάνει κακά πράγματα».
Β) Με τη Θεία Λειτουργία.
Η Θεία Λειτουργία είναι ο κυριότερος τρόπος προσευχής και επικοινωνίας με τους κεκοιμημένους. Χωρίς τη Θεία Λειτουργία όλα τα προηγούμενα δεν έχουν αξία. Εκεί ενώνεται η γη με τον ουρανό, η επίγεια και η επουράνια Εκκλησία και κοινωνούν τον Χριστό οι ζωντανοί της γης και οι ζωντανοί του ουρανού. Πως γίνεται αυτό; Μας το μεταφέρει όμορφα ο άγιος Συμεών επίσκοπος Θεσσαλονίκης:
«Στην ιερά προσκομιδή έχουμε τη δυνατότητα να δούμε τον ίδιο τον Ιησού και την Εκκλησία Του όλη. Στο μέσο βρίσκεται Εκείνος, που είναι το αληθινό φως, η Μητέρα Του στα δεξιά και οι Άγγελοι και οι Άγιοι στα αριστερά. Από κάτω δε όλο το πλήθος των ευσεβών που πίστευσαν σ’ Αυτόν. Και αυτό είναι το μέγα μυστήριο. Ο Θεός ανάμεσα στους ανθρώπους και ο Θεός εν μέσω θεών, που θεώνονται από τον κατά φύση Θεό, ο Οποίος σαρκώθηκε γι’ αυτούς. Και αυτή είναι η μέλλουσα Βασιλεία και το πολίτευμα της αιώνιας ζωής· Το να είναι Θεός ανάμεσά μας, να Τον βλέπουμε και να Τον μεταλαμβάνουμε».
Οι άγιοι Πατέρες μας Νικόλαος Καβάσιλας και Ιωάννης Χρυσόστομος μας βεβαιώνουν πως τον αγιασμό, που μεταδίδει η Θεία Κοινωνία στους ζωντανούς, δεν τον στερούνται ούτε οι κεκοιμημένοι αδελφοί μας. Αλλά τον τρόπο με τον οποίο γίνεται αυτό, μόνο ο Χριστός τον γνωρίζει. Μας λέει λοιπόν·
«Ο Χριστός μεταδίδει τον εαυτό Του στους κεκοιμημένους κατά τρόπο που μόνο Αυτός γνωρίζει. Διότι τον αγιασμό που μεταδίδει η Θεία Κοινωνία στους ζωντανούς δεν τον στερούνται οι κοιμηθέντες. Γι’ αυτό το λόγο ο λειτουργός, αφού μνημονεύσει τους ζώντες αδελφούς, συνεχίζει με τη μνημόνευση των κοιμηθέντων αδελφών. Οι ψυχές των κεκοιμημένων ελπίζουν αποκλειστικά στο έλεος του Χριστού. Και αυτό το έλεος ζητούν γι’ αυτές οι ζωντανοί».
Τονίζουν δε οι Πατέρες μας ότι οι ψυχές καθαίρονται, τους αφαιρούνται οφειλές, τους σβήνονται αμαρτίες και αξιώνονται να γίνουν μέτοχοι της κοινωνίας του Σωτήρα μας Χριστού. Ο άγιος Κύριλλος Ιεροσολύμων λέει ότι πιστεύουμε ότι οι ψυχές, υπέρ των οποίων δεόμαστε κατά την ώρα της αγίας θυσίας του Χριστού, έχουν μεγάλη ωφέλεια και ανακούφιση. Επίσης, γνωρίζουμε ότι η Θεία Λειτουργία είναι η κοινωνία των Αγίων και σ’ αυτό το μυστήριο των μυστηρίων όπου ενώνεται ο ουρανός και η γη βρίσκονται όλα τα δημιουργήματα του Θεού, τα ζώντα και τα κεκοιμημένα. Όλη η Εκκλησία είναι παρούσα, διότι όπως λέει ο απόστολος Παύλος, «είτε ζούμε, είτε πεθαίνουμε στον Κύριο ανήκουμε. Γιατί ο Κύριος γι’ αυτό το σκοπό πέθανε πάνω στο Σταυρό και αναστήθηκε και έλαβε πάλι ως άνθρωπος τη ζωή, για να είναι Κύριος και των νεκρών και των ζωντανών»[7].
Γ) Με την ελεημοσύνη
Βοηθούμε τους κεκοιμημένους και με τις ελεημοσύνες που κάνουμε για την ανάπαυσή τους. Στην πράξη της Εκκλησίας η ελεημοσύνη υπέρ των κεκοιμημένων εφαρμόζεται από τους πρώτους χρόνους του χριστιανισμού. Ο άγιος Ιερώνυμος συνεχάρη κάποιον πενθούντα χριστιανό, διότι ενώ οι άλλοι έρραιναν τον τάφο των νεκρών τους με ρόδα και με κρίνα, αυτός τον έρραινε με τις ελεημοσύνες που έκανε υπέρ αναπαύσεως της αειμνήστου συζύγου του.
Ο ιερός Χρυσόστομος προτρέπει στην 62η ομιλία της ερμηνείας του κατά Ιωάννην Ευαγγελίου, να τιμούμε τον απελθόντα όχι με θρήνους και κοπετούς και μοιρολόγια, αλλά με ελεημοσύνες, ευεργεσίες και λειτουργίες. «Θέλεις να τιμήσεις τον απελθόντα; Τίμησέ τον με άλλον τρόπο, κάνοντας ελεημοσύνες, ευεργεσίες και λειτουργίες»[8].
Ο άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός στο περισπούδαστο έργο του «Περί των εν πίστει κεκοιμημένων», αναφέρει μαρτυρία του ιερού Χρυσοστόμου, ο οποίος παρακινεί τους πιστούς να αφήσουν εντολή στους δικούς τους να τους βοηθούν με ελεημοσύνες, όταν θα αναχωρήσουν από αυτή τη ζωή. «Εάν δεν πρόλαβες όσο ήσουν στη ζωή να τακτοποιήσεις όλα τα ζητήματα της ψυχής σου, έστω και στα τελευταία της ζωής σου να δώσεις εντολή στους δικούς σου να σε βοηθούν με αγαθά έργα, δηλαδή με ελεημοσύνες και προσφορές. Έτσι θα μαλακώσεις τον Λυτρωτή απέναντί σου. Διότι αυτά τα έργα γίνονται ευχαρίστως δεκτά από τον Θεό»[9].
Εάν θέλουμε κι εμείς να βοηθήσουμε τους δικούς μας κεκοιμημένους μπορούμε αντί στεφάνων να κάνουμε αγαθοεργίες είτε σε εμπερίστατα πρόσωπα και οικογένειες που γνωρίζουμε ή σε φιλανθρωπικές δομές και δράσεις της τοπικής μας Εκκλησίας.
Συμμετέχοντες στη Θεία Λειτουργία και στα τρισάγια που θα τελεσθούν στους Ιερούς Ναούς όλης της χώρας για το Ψυχοσάββατο, επισκεπτόμενοι τα κοιμητήρια για να δούμε την κατάληξη της δύναμης, της ομορφιάς, του πλούτου, δηλαδή του ανθρώπινου εγωισμού και της ματαιοδοξίας του, ας ευχηθούμε ο Θεός να αναπαύσει τους κεκοιμημένους αδελφούς μας, συγγενείς και φίλους, ας προσευχηθούμε να τους αξιώσει την είσοδό τους στη Βασιλεία των Ουρανών και ας ελπίσουμε να ελεήσει όλους εμάς που ακόμη ζούμε.
+ Αρχιμ. Ειρηναίου Λαφτσή, Πρωτοσυγκέλλου Ι.Μ. Αλεξανδρουπόλεως
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
1.«Θάνατος, ανάσταση και αιώνια ζωή», Εκδ. «ΕΤΟΙΜΑΣΙΑ», Ιερά Μονή Τιμίου Προδρόμου Καρέα.
2. Ελληνική Πατρολογία J.P. Migne, Εκδ. Κέντρο Πατερικών Εκδόσεων.
3. Ν. Γ. Πολίτης-Λαογραφικά
4. Αβραάμ Μ. Κοκάλη, «Η φροντίδα μας για τους κεκοιμημένους», Εκδ. «Ο ΣΩΤΗΡ», Αθήναι 2012.
https://missionanatolis.wordpress.com

Εόρτιες εκδηλώσεις στο παρακκλήσιο της Αγίας Τριάδος

agiatriada

του Μιχαήλ Κάββαλου :Ο ιερός υμνωδός της Εκκλησίας μας το λέει ξεκάθαρα Εἴδομεν τὸ φῶς τὸ ἀληθινόν

Αποτέλεσμα εικόνας για αγιο πνευμαΑγαπητοί μου η Εκκλησία μας τιμά το Άγιον Πνεύμα το τρίτο πρόσωπο της Αγίας Τριάδος το ζωοποιόν και ομοούσιον τω Πατρί και το Υίω . Ἦχος β'. 
Εἴδομεν τὸ φῶς τὸ ἀληθινόν, ἐλάβομεν Πνεῦμα ἐπουράνιον, εὕρομεν Πίστιν ἀληθῆ, ἀδιαίρετον Τριάδα προσκυνοῦντες· αὕτη γὰρ ἡμᾶς ἔσωσε. 

Ο ιερός υμνωδός της Εκκλησίας μας το λέει ξεκάθαρα Εἴδομεν τὸ φῶς τὸ ἀληθινόν, να λάβουμε μέσα μας στην ψυχή μας το φως από το Άγιον Πνεύμα τον φωτισμό όπως στην Καινή διαθήκη οι Ευαγγελιστές όπως περιγράφουν το γεγονός της εορτής της Πεντηκοστής που το

Ενημέρωση της Ἱερᾶς Μητροπόλεως Γλυφάδας, Ἑλληνικοῦ, Βούλας, Βουλιαγμένης & Βάρης

Αποτέλεσμα εικόνας για Μητροπολίτης Γλυφάδας Παύλος
Μητροπολίτης Γλυφάδας,
Ἑλληνικοῦ,
 Βούλας, Βουλιαγμένης & Βάρης
κ.κ. Παύλος
Ὡς Μητροπολίτης καί πνευματικός Πατέρας σας, θέλω αὐτή τήν κρίσιμη στιγμή τῆς ζωῆς σας, νά ἑνώσω τίς θερμότερες εὐχές καί προσευχές μου, μαζί μέ τούς καλούς γονεῖς καί ἐκπαιδευτικούς σας, ἀλλά

Γέροντας π. Νεκτάριος Μουλατσιώτης: Δεν απελπίζομαι, συνεχίζω τον αγώνα μου

Γέροντας π. Νεκτάριος Μουλατσιώτης :Πως ο αόρατος Θεός γίνεται ορατός

Αρχιμανδρίτης π.Ιωάννης Καρασακαλίδης :Η πνευματική αλητεία

του π. Ηλία Φούκη : Η Εκκλησία ειναι ενα μεγάλο

Η Εκκλησία είναι ένα Μεγάλο Αεροπλάνο το οποίο  αποτελείται
Από το Πιλοτήριο που είναι το Ιερό, το τιμόνι η Αγιά Τράπεζα, Πιλότος ο Ιερέας, και ο Λάος οι Επιβάτες .
Με το Ευλογητός ο Θεός  του που εκφωνεί ο Ιερέας απογειωνόμαστε και επικοινονούμε με τα επουράνια και με το Δι , ευχών στο τέλος της κάθε ακολουθίας γυρίζουμε στα επίγεια .
Ταξίδι χωρίς αποσκευές.
Το Μόνo Αγάπη Ταπείνωση και Καθαρή Ψυχή.

26 Μαΐου Άγιος Αλέξανδρος από την Θεσσαλονίκη ο Δερβίσης

Άγιος Αλέξανδρος από την Θεσσαλονίκη ο ΔερβίσηςΔος την κεφαλήν ω Aλέξανδρ’ ευθύφρον,
Kαι στέμμα λάβε χειρός εκ του Kυρίου.


Βιογραφία

Ο Άγιος Αλέξανδρος καταγόταν από τη Θεσσαλονίκη και έμενε στην περιοχή της Λαοδηγίας ή Λαγωδιανής (σημερινή Λαοδηγήτρια). Σε νεαρή ηλικία έφθασε στη Σμύρνη, προσπαθώντας να αποφύγει τις ακόλαστες προθέσεις κάποιου Τούρκου. Για άγνωστους σε μας λόγους, στην πόλη αυτή απαρνήθηκε την πίστη του και εξισλαμίσθηκε. Αργότερα επισκέφθηκε τη Μέκκα και εισήλθε στο Τάγμα των Δερβίσηδων.

Ελεγχόμενος όμως από τη συνείδησή του προσποιήθηκε

Πέμπτη 24 Μαΐου 2018 και ώρα 7.00μ.μ. ο Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης μας κ. Γαβριήλ θα τελέσει Ιερά Παράκληση υπέρ ενισχύσεως και φωτισμού των μαθητών Γυμνασίου και Λυκείου που θα μετάσχουν στις προαγωγικές και πανελλήνιες εξετάσεις

Η Ιερά Παράκληση θα τελεσθεί στο Ιερό Μητροπολιτικό Παρεκκλήσιο της Αγ. Παρασκευής, επί της Λεωφ. Ηρακλείου 340, στο ισόγειο του κτηρίου

Βράβευση Μητροπολίτου κ. Γαβριήλ για το φιλανθρωπικό του έργο

Με επιτυχία και παρουσία πλήθος κόσμου πραγματοποιήθηκε την Τετάρτη το απόγευμα στο «Παγκόσμιο Κέντρο Ελληνισμού της Διασποράς» του Δήμου Ν. Φιλαδέλφειας-Ν. Χαλκηδόνος, ειδική εκδήλωση για να τιμηθεί το Φιλανθρωπικό έργο της Εκκλησίας της Ελλάδος και ιδιαίτερα της Ιεράς Μητροπόλεως Ν. Ιωνίας

Πέμπτη, 24 Μαΐου 2018

Αφιέρωμα στον Άρχοντα Πρωτοψάλτη της ΜτΧΕ Θρασύβουλο Στανίτσα



Η χορωδία του εν Αθήναις Συλλόγου Μουσικοφίλων Κωνσταντινουπόλεως, υπό τη χοραρχία του Άρχοντος Μουσικοδιδασκάλου της Μ.τ.Χ.Ε κ. Δημοσθένους Παϊκόπουλου και η χορωδία του Άρχοντος Πρωτοψάλτου της Ιεράς Μητροπόλεως Πειραιώς κ. Γρηγορίου Ζάρκου ψάλλουν στον Καθεδρικό Ι.Ν. Πειραιώς σε μια εκδήλωση αφιερωμένη στον μεγάλο Κωνσταντινοπολίτη Άρχοντα Πρωτοψάλτη της ΜτΧΕ Θρασύβουλο Στανίτσα, καθώς συμπληρώθηκαν τριάντα χρόνια από τότε που αυτός ο ογκόλιθος της Βυζαντινής Μουσικής αναχώρησε από τα επίγεια.

Την Δευτέρα Του Αγίου Πνεύματος 28 Μαΐου 2018 μετά πάσης εκκλησιαστικής λαμπρότητος θα εορτάσει η Ιερά Μονή Αγίας Τριάδος Ακράτας


Αποτέλεσμα εικόνας για ιερα μονη αγιασ τριαδοσ ακρατασ


Την Δευτέρα Του Αγίου Πνεύματος 28 Μαΐου 2018
μετά πάσης εκκλησιαστικής λαμπρότητος θα εορτάσει
η Ιερά Μονή Αγίας Τριάδος Ακράτας.
Η Ιερά Μονή μετά από την ανακαίνισή της και την εγκατάσταση

Ο Αρχιεπίσκοπος στην τελετή βράβευσης Ελλήνων Ηρώων για τη Διάσωση Εβραίων στον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο


Παρουσία του Αρχιεπισκόπου Αθηνών και πάσης Ελλάδος κ. Ιερωνύμου πραγματοποιήθηκε σήμερα το πρωί εκδήλωση απονομής του τίτλου «Δικαίου των Εθνών» του Ινστιτούτου και Μουσείου Ολοκαυτώματος «Γιαντ Βασέμ» στον κ. Νταραρά για την διάσωση του κ. Σαμ Λεβή. 

Η εκδήλωση πραγματοποιήθηκε στο αμφιθέατρο του 2ου Γυμνασίου Ελευσίνας και παρέστησαν, επίσης, οι Μητροπολίτες Ιλίου, Αχαρνών και Πετρουπόλεως κ. Αθηναγόρας, Μεγάρων και Σαλαμίνος κ. Κωνστνατίνος, ο Γενικός Γραμματέας Θρησκευμάτων κ. Γεώργιος Καλαντζής, η Σύμβουλος της Πρέσβεως του Ισραήλ κα. Σασουάν Χασσόν, ο Αρχιμανδρίτης Συμεών Βενετσιάνος, Διευθυντής τoυ Ιδρύματος Γάμου και Οικογένειας της Αρχιεπισκοπής, ο π. Αντώνιος Καλλιγέρης Διευθυντής της Ποιμαντικής Γάμου & Οικογένειας και καθηγητής στο 2ο Γυμνάσιο Ελευσίνας, εκπρόσωποι του Κεντρικού Ισραηλιτικού Συμβουλίου της Ελλάδος, αλλά και του Εβραϊκού Μουσείου, μαθητές και εκπαιδευτικοί. 

Μετά τους επίσημους χαιρετισμούς, μαθητές ανέγνωσαν κείμενα που περιέγραφαν τι είναι το Yad Vasem, αλλά και την ιστορία διάσωσης του κ. Σαμ Λεβή. Μέσα από αυτή την αφήγηση έγινε γνωστό πως η οικογένεια Λεβή εντόπισε τους «σωτήρες» της ύστερα από χρόνια αναζήτησης, το 2011, και από τότε διατηρούν φιλικές σχέσεις. 

Στην συνέχεια προβλήθηκε σχετικό βίντεο, ενώ αμέσως μετά πραγματοποιήθηκε διάλογος μεταξύ μαθητών και του Μητροπολίτη Ιλίου με θέμα «Μπορεί να αλλάξει ο κόσμος;», όπου οι μαθητές εξέφρασαν απορίες και προβληματισμούς. 

Ο Αρχιεπίσκοπος συνεχάρη μαθητές και καθηγητές για την οργάνωση της εκδήλωσης τονίζοντας πως «σήμερα που ασχολούμαστε με διάφορα προβλήματα και δυσκολίες έρχεται μία ομάδα παιδιών να μας θυμίσει ότι και άλλοτε υπήρξαν δύσκολες εποχές και αυτό είναι ένα μάθημα» σημειώνοντας πως αν δεν αλλάξουμε οι ίδιοι, δεν θα αλλάξει η ζωή μας. «Δεν θα γίνει τίποτε, αν δεν αλλάξει ο κάθε άνθρωπος» επεσήμανε ο Αρχιεπίσκοπος και υπογράμμισε πως «την αλλαγή καλούμαστε να την περιμένουμε από τον εαυτό μας και όχι από τους άλλους». Αναφέρθηκε, επίσης, στις ερωτήσεις των παιδιών και στην αγωνία τους για το μέλλον και κάλεσε τον καθένα ξεχωριστά να αλλάξει εσωτερικά, για να έρθει η κοινωνική αλλαγή. 

Κατόπιν, ο Αρχιεπίσκοπος μιλώντας για το προσφυγικό ζήτημα ανέφερε πως «όσοι σπουδάσαμε στη Γερμανία, επισκεφτήκαμε το Νταχάου και το Άουσβιτς και νιώσαμε φρίκη. Έτσι και τώρα με όλους αυτούς τους ανθρώπους που έρχονται από τη Μέση Ανατολή. Μας κάνει να αναρωτηθούμε, άραγε όλοι αυτοί φεύγουν από εκεί για να έρθουν εκδρομή στην Ελλάδα; Έτσι, από μόνοι τους ξεκίνησαν; Όχι. Βομβαρδίστηκαν και η ανάγκη τους έκανε να τρέξουν να σωθούν. Και ποιοι τους βομβάρδισαν; Όλοι αυτοί που τώρα τους βάζουν σύρματα».

Οι Δίκαιοι των Εθνών είναι ένας τιμητικός τίτλος που απονέμεται από το Γιαντ Βασσέμ, το Ίδρυμα για τη Μνήμη των Μαρτύρων και των Ηρώων του Ολοκαυτώματος, εκ μέρους του Κράτους του Ισραήλ, σε μη-Εβραίους, που στη διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, με κίνδυνο της ζωής τους, έσωσαν τις ζωές χιλιάδων Εβραίων. Το Γιαντ Βασέμ ιδρύθηκε το 1953, στην Ιερουσαλήμ και είναι κτισμένο στους πρόποδες του όρους Herzl. Περιλαμβάνει το Μουσείο Ιστορίας του ολοκαυτώματος, το Μνημείο των Παιδιών και την αίθουσα Μνήμης, το Μουσείο της Τέχνης του Ολοκαυτώματος, υπαίθρια μνημεία και γλυπτά, συναγωγή, ερευνητικό κέντρο, βιβλιοθήκη, αρχεία, εκδοτικό οίκο και τη Διεθνή Σχολή Σπουδών για το Ολοκαύτωμα. 

Έτσι αντιμετώπιζε ο Αγ. Πορφύριος τους Ιεχωβάδες

gporfirios
Κάπου-κάπου περνούσαν και χτυπούσαν την πόρτα μας Ιαχωβάδες. Ήταν ένα ζευγάρι νεαρών, ένα αγόρι και ένα κορίτσι με μία Αγία Γραφή στο χέρι. Η μητέρα μου ήταν πολύ ζωντανός άνθρωπος και θα έλεγα «φανατική» στα θέματα πίστεως. Έτσι, όταν τους έβλεπε μπροστά στην είσοδο, τους μιλούσε απότομα και άγρια: «Τι ήρθατε εσείς στο σπίτι μου; να μου μιλήσετε εσείς για τι πράγμα; φύγετε αμέσως, εξαφανιστείτε από μπροστά μου εχθροί της πίστεώς μας, φύγετε τώρα…». Ο πατέρας μου ήταν ήρεμος και της έλεγε να μην φωνάζη.
Μετά από μερικά τηλεφωνήματα ο Άγιος σήκωσε το τηλέφωνο και αφού άκουσε το θέμα, της είπε: «Αχ, τα καημένα τα παιδιά, αυτά είναι αδέρφια μας πλανεμένα, τα παρασύρανε και τα πλανέψανε… πόσο τα λυπάμαι!
Εάν ξαναέρθουνε, να τους πης: «Θέλετε να μην μου μιλήσετε καθόλου εσείς, αλλά να ακούσετε εμένα; Θέλετε να σας μιλήσω εγώ και όχι εσείς;». Εάν δεν δεχτούνε και φύγουνε, όταν θα ξαναέρθουνε θα τους το ξαναπής. Αν αρνηθούνε και δεύτερη φορά, άφησέ τους και μην ξαναασχοληθής μαζί τους. Στο κάθε ζευγάρι θα δώσης δύο ευκαιρίες και να προσεύχεσαι στον Χριστό να φωτίζη τα πλανεμένα μας αδέρφια να συνέλθουν. Κοιτάνε εμάς, αλλά δεν βλέπουν την δοκό που έχουν στα μάτια τους. Κλεονίκη, να ξέρης ότι ο Χριστός αγαπάει, μα αγαπάει πάρα πολύ τους αμαρτωλούς που μετανοούν. Αγαπά τον αμαρτωλό, αλλά όχι την αμαρτία».
Μία ημέρα που πήγε η μητέρα μου στο Μήλεσι, πρόσεξε ένα νέο κορίτσι που περίμενε και αυτό την σειρά του. Ήταν πραγματικά πολύ προκλητικά ντυμένο με φανταχτερά ρούχα, βαμμένο στο πρόσωπο και στα μαλλιά. Αυτό το κορίτσι έδινε την εντύπωση εξωτερικά ότι συχνάζει σε μπαρ και έχει χαλαρά τα ήθη του. Μία κυρία που καθόταν κοντά της άρχισε να την κατακρίνη έντονα, σε σημείο που αυτό γινότανε αντιληπτό και από τους άλλους.
Αφού την έλεγξε αυστηρά και η κοπέλλα έδειχνε μεγάλη αμηχανία σκύβοντας το κεφάλι της, ήρθε η σειρά της κυρίας και πέρασε στον Γέροντα. Σε δυό λεπτά βγήκε αμέσως έξω κλαίγοντας. Όταν την πλησίασαν οι υπόλοιπες κυρίες, αυτή είπε πως μόλις μπήκε, ο Γέροντας της μίλησε πολύ αυστηρά και την μάλωσε για την στάση της απέναντι στην νεαρή. Της είπε: «Σύρε έξω, φύγε, φύγε… ποια είσαι εσύ που μιλάς τόσο άσχημα δημόσια σε αυτό το κορίτσι; Ο Χριστός δεν κοιτάζει τι φοράμε, την ψυχή μας κοιτάζει. Ξέρεις εσύ τι ψυχή έχει αυτό το κορίτσι;»
Άλλοτε ο Γέροντας γι’ αυτό το θέμα είχε πη: «Αυτά τα παιδιά δεν έχουν γνωρίσει τον Χριστό για να τον αγαπήσουν. Έχουν πολύ καλές ψυχές και αν γνωρίσουν τον αληθινό Πατέρα τους που τόσο τα αγαπάει, μόνα τους αμέσως θα αλλάξουν την εμφάνισή τους. Να εμπνέουμε, όχι να ελέγχουμε».
Μαρτυρία κυρίας Ολυμπίας Παγώνη από το Χαλάνδρι Αθηνών
Πηγή: «Ο Όσιος Πορφύριος (Μαρτυρίες – Διηγήσεις – Νουθεσίες)». Α’. Μαρτυρίες. Έκδοση «Ενωμένη Ρωμηοσύνη», σελ. 139. koinoniaorthodoxias.org
https://synaxipalaiochoriou.blogspot.gr

Ποιά η διαφορά της εορτής της Πεντηκοστής με την εορτή του Αγίου Πνεύματος;

pentikosti2

Η εορτή της Πεντηκοστής είναι εορτή της Αγίας Τριάδος, αφού με την κάθοδο του Αγίου Πνεύματος μαθαίνουμε ότι ο Θεός είναι Τριαδικός. Η κάθοδος του Αγίου Πνεύματος έγινε κατά την ημέρα της Κυριακής. Την ήμερα αυτή, ήλθε το Άγιο Πνεύμα στους Μαθητές του Χριστού. Ο ιερός υμνογράφος αποκαλεί την Πεντηκοστή τελευταία εορτή από πλευράς αναπλάσεως και ανακαινίσεως του ανθρώπου: «Την μεθέορτον πιστοί και τελευταίαν εορτήν εορτάσωμεν φαιδρώς, αύτη εστί Πεντηκοστή, επαγγελίας συμπλήρωσις και προθεσμία».
Οι άγιοι Πατέρες μας λοιπόν, πού έβαλαν σε άριστη σειρά και τάξη όλα τα θέματα της πίστεως μας, για να δώσουν τιμή στο Άγιο Πνεύμα, όρισαν να το εορτάζουμε και κατά την Πεντηκοστή, αλλά και ξεχωριστά την επόμενη ημερα την Δευτέρα.
Ουσιαστικά, λοιπόν, δεν υπάρχει καμία διαφορά ανάμεσα στην εορτή της Πεντηκοστής και στην εορτή του Αγίου πνεύματος.
Η ενέργεια του Τριαδικού Θεού είναι κοινή και ποτέ δεν μπορεί να χωριστεί και να απομονωθεί ένα Πρόσωπο από τα άλλα Πρόσωπα της Αγίας Τριάδος. Το Άγιον Πνεύμα είναι ομοούσιο με τον Υιό και τον Πατέρα, γιατί και τα τρία Πρόσωπα της Αγίας Τριάδος έχουν κοινή ουσία ή φύση, και κοινή ενέργεια.Το υπόμνημα του Πεντηκοσταρίου της Δευτέρας του Αγίου Πνέυματος είναι χαρακτηριστικό:
Τῇ αὐτῇ ἡμέρᾳ, Δευτέρᾳ τῆς Πεντηκοστῆς, αὐτὸ τὸ πανάγιον, καὶ ζωοποιόν, καὶ παντοδύναμον ἑορτάζομεν Πνεῦμα, τὸν ἕνα τῆς Τριάδος Θεόν, τὸ Ὁμότιμον, καὶ Ὁμοούσιον, καὶ Ὁμόδοξον τῷ Πατρὶ καὶ τῷ Υἱῷ.
Στίχοι
Πᾶσα πνοή, δόξαζε Πνεῦμα Κυρίου,
Δι’ οὗ πονηρῶν πνευμάτων φροῦδα θράση.
Τῇ ἐπιφοιτήσει τοῦ ἁγίου Πνεύματος, πρεσβείαις τῶν Ἀποστόλων σου, Χριστὲ ὁ Θεός, ἐλέησον ἡμᾶς. Ἀμήν.
Και της Κυριακής της Πεντηκοστής αναφέρει:
Τῇ αὐτῇ ἡμέρᾳ, Κυριακῇ ὀγδόῃ ἀπὸ τοῦ Πάσχα, τὴν ἁγίαν Πεντηκοστὴν ἑορτάζομεν.
Στίχοι
Πνοῇ βιαίᾳ γλωσσοπυρσεύτως νέμει,
Χριστὸς τὸ θεῖον Πνεῦμα τοῖς Ἀποστόλοις.
Ἐκκέχυται μεγάλῳ ἑνὶ ἤματι Πνεῦμ’ ἁλιεῦσι.
Ταῖς τῶν ἁγίων Ἀποστόλων πρεσβείαις, Χριστὲ ὁ Θεὸς ἡμῶν, ἐλέησον ἡμᾶς. Ἀμήν.
Συμπερασματικά:
Οι άγιοι Πατέρες μας πού έβαλαν σε άριστη σειρά και τάξη όλα τα θέματα της πίστεως μας, για να δώσουν τιμή στο Άγιο Πνεύμα, όρισαν να το εορτάζουμε και κατά την Πεντηκοστή, αλλά και ξεχωριστά την επόμενη ημέρα. Εμείς, πρέπει να γνωρίζουμε ότι την ήμερα αυτή, όταν εορταζόταν η Πεντηκοστή των Εβραίων, ήλθε το Άγιο Πνεύμα στους Μαθητές του Χριστού. Επειδή, λοιπόν, οι Άγιοι Πατέρες θεώρησαν καλό να ξεχωρίσουν τις γιορτές για να τιμήσουν με τον τρόπο αυτό το μεγαλείο του Παναγίου και Ζωοποιού Πνεύματος, γι’ αυτό εορτάζουμε το Πανάγιο Πνεύμα, πού είναι μία υπόσταση της Αγίας Τριάδος.
Πηγές: Συναξάριον Πεντηκοσταρίου, «Δεσποτικές Εορτές» Μητροπολίτου Ναυπάκτου , «τί γιορτάζουμε από το Τριώδιο έως την Πεντηκοστή, ιερομ. Ιερωνύμου Δελημάρη
http://www.dogma.gr

Ψυχοσάββατον (Αλέξανδρος Μωραιτίδης)

psixosabbato

Είχε διαβάσει εις το Ευαγγέλιον, αλλά και πολλαίς φοραίς του εξηγούσεν ο μακαρίτης ο Γέροντας, ο πνευματικός της νήσου, με τα μεγάλα μάτια και την χονδρήν φωνήν, πως η ψυχή είνε πλέον πολύτιμον πράγμα από το σώμα, και, αν την χάση κανείς, με τίποτε πλέον, ουδέ με τον κόσμον όλον, δεν ημπορεί να την εξαγοράση . . . Το επίστευεν αυτό, και περισσότερον ακόμα επίστευε την φωνήν του Γέροντα, οπού χονδρά-χονδρά αντηχούσεν έως μέσα εις την καρδίαν του πάντοτε:
— «Ή τι δώσει άνθρωπος αντάλλαγμα της ψυχής αυτού; . . .»
Διά τούτο ο Γεωργάκης της Λιμπέρταινας δεν ελυπήθη τόσον, όταν έμαθε τον θάνατον της μητέρας του, όσον τώρα, οπού εξημέρωνε το ψυχοσάββατον, το πρώτον ψυχοσάββατον, μετά τον θάνατόν της. Η σκούνα, με την οποίαν εμπαρκάρισεν ως ναύκληρος, ήτο αραγμένη εις μίαν έρημον ακτήν, παρά την είσοδον του Ελλησπόντου, από παρακαιρόν. Είχον φορτώσει τούβλα από τη Μασσαλίαν, προωρισμένα διά τον σιδηρόδρομον της Ανατολής, τα οποία έπρεπε να παραδώσουν εις Νικομήδειαν, και εξ αιτίας ισχυρών βορείων ανέμων εχασομερούσαν τώρα τόσαις ημέραις έξω από το Σιτλί-Μπαχάρ.
Από το πρωί ακόμα, την Παρασκευήν, σαν εκύτταξε την Σύνοψιν, επάνω εις την πρωινήν του προσευχήν, τον κατέλαβε μία βαθυτάτη μελαγχολία, όταν είδε πώς εξημέρωνε ψυχοσάββατον εις την ερημίαν εκείνην, τόσον, οπού ελησμόνησε να δώση εργασίαν εις το πλήρωμα. Και σαν να του κακοφάνη ολίγον του πλοιάρχου, όστις ήτο αγανακτισμένος και από τον καιρόν. Αλλά καλόβολος φυσικά, ως ήτο, ο καπετάν Γιάννης και ανοιχτόκαρδος, δεν τον ήλεγξε πολύ πικρά τον νεαρόν ναύκληρον, γιατί τον εγνώριζε «περήφανον στη δουλειά του» πάντοτε. Αλλ’ όταν, εξελθών από το καμάρι πίσω αφού έπιε τον καφέ του, είδε τους ναύτας να ξετινάζουν τα ράντσα των, τας κρεμαστάς των κλίνας, είπε προς τον λοστρόμον του, όστις ακκουμβισμένος επάνω εις την κωπαστήν παρηκολούθει τα κυλιόμενα πέραν αγρίως λευκά κύματα του Αιγαίου:
— Θυμήθηκες πάλι την μάννα σου! . .
Τούτο ήρκεσεν εις τον αγαθόν ναύκληρον να συνέλθη, να εννοήση το σφάλμα του και να προχωρήση προς την πρώραν.
— Οι ζωντανοί με τους ζωντανούς, εψιθύρισεν ο καπετάν Γιάννης τότε, ανάπτων το τσιγάρον του, και οι πεθαμένοι με τους πεθαμένους . . .
— Καμμιά φορά όμως έχουν την ανάγκην μας και οι πεθαμένοι, υπέλαβεν ο νεαρός ναύκληρος με κάποιαν συστολήν.
Μετ’ ολίγον επί κεφαλής του πληρώματος ο Γιωργάκης, ο ναύκληρος, ειργάζετο εις την συρραφήν μιας παλαιάς εσχισμένης μπούμας του πλοίου, την οποίαν είχον απλώσει επί του καταστρώματος. Συχνά δε ίστατο, με την σακκορράφαν την χονδρήν εις χείρας, βλέπων προς τους ιστούς επάνω περίφροντις μάλλον ή αφηρημένος.
— Θα της βράσουν τάχα κανένα πιατάκι κόλλυβα; διελογίζετο. Ποιος να φροντίση! Εκεί οπού στην αράδα θα λάμπουν στολισμένα τα κόλλυβα όλων των πεθαμένων του χωριού, εις την ενορίαν μας, αποκάτω από την εικόνα του Χριστού, κάθε ένα με το κεράκι του, κάθε ένα με τους χρωματιστούς του φιόγκους, θα είναι μαζί και το δικό της το πιατάκι, ευμορφοστολισμένο, με σταφίδες, με κουφέτα, με γαρύφαλα, με βαρακωμέναις μαντζουράναις και αρμπαρόρριζαις; Και δίπλα θα είναι και το καλό το σαμδανάκι μας, με μια λαμπαδίτσα κίτρινη, με μαύραις κορδέλλαις; Ποιος να σου τα κάμη αυτά, πτωχή μου μαννούλα! Θα σου ζυμώσουν τουλάχιστον καμμιά λειτουργιά; θα σε μνημονεύση κανένας παπάς;
Και προσεπάθει να κρύψη τα μάτια του, οπού άρχισαν να βουρκώνουν.
— Α! παιδιά! Ως το μεσημέρι να την ξενετάρωμε! απέτεινε τότε παρακέλευσιν προς τους ναύτας, οπού γύρω γύρω συνέρραπτον το παλαιόν εκείνο ιστίον, ο καθένας με την σακκορράφαν του και με το πέτσινο γάντι του.
Και πάλιν ίστατο σιωπηλός, βαστάζων ακίνητον την σακκορράφαν του και βλέπων προς τους ιστούς:
— Τι να σου κάμη και η καϋμένη η ‘ξαδέλφη μου, η μόνη συγγένισσά μου! Τι να σου κάμη η φτωχή και αυτή! διελογίζετο τότε ο Γιωργάκης της Λιμπέριαινας, συνεχίζων τας σκέψεις του, τι να σου κάμη η ξενοδουλεύτρα! Αδειάζει κι’ αυτή, οπού και εις τον ύπνο της ακόμα πλέκει την κάλτσα της κινούσα τα χέρια της! . . .
Και ανεστέναξε βαθέως:
— Να ήμουν ταχυά κι’ εγώ στην Παναγία την Λημνιά, τη ενορία μας, ταχυά το ψυχοσάββατο! Τι κόλλυβα σωρό, οπού θα πάνε για όλους τους πεθαμένους! . . .
Και μετ’ ολίγον:
— Να ήμαστε το ελάχιστο σε κανένα λιμάνι απόψε, σε καμμιά σκάλα, νάβγω να πάω στην εκκλησιά ταχυά το ψυχοσάββατο! . . . Να σου ανάψω ένα κεράκι το ελάχιστο! . . .
Και του ήλθε τότε εις την ανάμνησιν το τελευταίον γράμμα της εξαδέλφης του, οπού του έγραφε για τον θάνατον της μητέρας του, στην Μαρσίλια· εκεί οπού φόρτωναν τα τούβλα· το είχε μέσα εις το κόρφο του, σαν φυλακτό, το γράμμα εκείνο, και το είχε μάθει απόξω νεράκι;
— Όταν θάφευγες, του έγραφεν η Λουξανιώ, η εξαδέλφη του, ήταν χαρούμενη· θυμάσαι με πόσαις ευχαίς και με πόσαις χαραίς σε κατευώδωσε. Σαν να μη ήθελε να πονέσης εις τον υστερνόν σου εκείνον μισεμόν. Σαν νάξευρεν ότι για τελευταία φορά σε έβλεπε, και ήθελε με χαρά να σ’ αποχαιρετίση, για νάχης για πάντα ως ευχή της, την χαρά. Την είδες! την θυμάσαι! Ελαβε δύναμιν, σαν από άνωθεν. Εσηκώθη επάνω, οπού είχε μήνες να σηκωθή από το στρώμα, και σου έσφιξε το χέρι και σ’ εφίλησε:
— Στο καλό, παιδί μου! την ευχή μου, παιδί μου! Δεξιά και αριστερά η ευτυχίαις να σου έρχωνται, παιδί μου! . . .
Εσταμάτησεν εδώ τας αναμνήσεις του ο Γιωργάκης βουρκωμένος, και έσκυψε μέσα εις τον κόλπον του, προσποιηθείς ότι κάτι εμβήκε μέσα εις το μάτι του, διά να μη εννοήσουν οι ναύται.
Έπειτα πάλιν εξηκολούθησε την αποστήθισιν της επιστολής:
— Σαν κατέβηκες την σκάλα, να την έβλεπες! Πού ευρέθηκεν εκείνη η δύναμι! Θυμήθηκε τα νειάτα της. Επανεκάθησε στο παραθύρι για να σε καμαρώση:
— Αρί, από πού θα ξαγναντίση το παιδάκι μου;! . . Από το παραθύρι της σαλίτσας εφαίνετο μια γωνίτσα του λιμανιού. Εκύτταζε και έλεγε, εις τα χαμένα, έτσι.
— Στο καλό, παιδί μου! στο καλό! Δεξιά και αριστερά! . . .
Αλλά προς το βράδυ ο καιρός εχάλασε. Χειμώνας, βλέπεις.
Επήρεν ένας κρύος μαΐστρος! Χιονιά δυνατή! Εγονάτισε τότε μπροστά εις την Παναγίτσα μας, την Τριχειρούσα, κ’ έκλαιεν:
— Αρί, Λουξανιώ, πώς τάφησα το παιδάκι μου και μούφυγε! Πώς τώκαμα αυτοδά, αρί. Δεν το κρατούσες, αρί να μη φύγη το παιδάκι μου; Δεν το κρατούσα, μαθές! . .
Κ’ έκαμε μετάνοιαις εις την Παναγίτσα μας, κ’ έκλαιε κλάματα κ’ εφώναξε δυνατά:
— Δεν μ’ έπαιρνες κι’ εμένα μαζί . . .
Αλλ’ επί τέλους επροδόθη ο ναύκληρος. Είδαν οι ναύται γύρω-γύρω τα βουρκωμένα τα μάτια του και ένας γεροντονιός, κοντός και καμπουράκος, με την κομμένη μύτη, οπού του την επήρε το διάκι σε μια φορτούνα, ο Καπότας, λέγει συνηθισμένος να παρεμβαίνη παντού:
— Αλήθεια, κυρ Γιωργάκη, σχωρέθηκε η γρηά!
— Τώρα! απήντησε καταπίνων δύο λυγμούς ο Γιωργάκης της Λιμπέριαινας και περνών νέον σπάγγον εις την σακκορράφαν του, δέκα μέραις ύστερα οπού φύγαμε για την Μαρσίλια. Δεν σας τώπα;
— Θεός σχωρέστηνε! επανέλαβεν ο Καπότας με την έρρινον πάντοτε φωνήν του· καλή γρηούλα!
Και προσέθηκε:
— Και τι οργή Θεού, κυρ Γιωργάκη! Να μη είμαστε σε καμμιά σκάλα να της πας αύριο ένα πιατάκι κόλλυβα, που ξημερώνει, κατάλαβες, ψυχοσάββατο! . . . ένα κεράκι να της ανάψης, κατάλαβες . . .
Η υπενθύμισις αύτη ήτο έλαιον εις την πυράν. Εξήναψεν ο πόνος του πάλιν. Δεν εβάσταξε πλέον. Επέρασε την σακκορράφαν του εις μίαν πτυχήν του ιστίου και εγερθείς μετέβη εις το μαγειρείον ν’ ανάψη ένα τσιγάρο, ως είπεν.
Ο μάγειρος, ένας νέος τσεσμελής, ένας ηλιοκαμένος και θαλασσοψημένος πρώην τρατάρης, μ’ ένα άσπρο τουλουπάνι περί τον ναυτικόν του κούκου, χωμένος μέσα εις το ξύλινον οίκημα του μαγειρείου, εσυγύριζε τη φασολάδα για το «τσούρμο» και συγχρόνως εκαθάριζε σιτάρι διά τον καφέ, έτσι από καλωσύνη του και όχι από φιλάργυρον ιδιοτέλειαν, γιατί βλάπτει ο καθαρός καφές — έλεγεν εις τους ναύτας — στα νεύρα.
Το σιτάρι ήτο όντως εύμορφον, μεγαλόκοκκον και χρυσόξανθον, σιτάρι της Αίνου, κ’ εκίνησεν αμέσως την προσοχήν του ναυκλήρου, όστις εκόλλησε, θαρρείς, επάνω λαίμαργον το βλέμμα του. Ολίγον κατ’ ολίγον ήρχισε τα πραΰνεται τότε η ανήσυχος μορφή του. Η ψυχή του εγαληνίασε, και εις τους οφθαλμούς του τους θαμβούς έλαμψαν αίφνης αστραπαί παραμυθίας . . .
***
Και ήτο αληθινά αξιαγάπητος η κυρά Λιμπέριαινα, μία γυναίκα φιλάσθενος, κοντή και ξηραγγιανή, μία γερόντισσα, να είπωμεν, πλέον, οπού επέρασε την ζωήν της πολύ σεμνά και πολύ ταπεινά, χωρίς να ενοχλήση εις το παραμικρόν ποτέ τον άλλον. Ύστερα από ένα ταχυθάνατον γάμον της ουδέ εφαίνετο ποτέ έξω, κλεισμένη εις τον οικίσκον της μέσα, αυτή με την μακράν της χηρείαν, εν προσευχαίς και νηστείαις διάγουσα, ως άλλη Άννα Φανουήλ, και μόνον εις την γειτονικήν της Εκκλησίαν της Παναγίας της Λημνιάς επήγαινε σκυφτή- σκυφτή πρωί και βράδυ, παρακολουθούσα τους εσπερινούς και τους όρθρους, ως κανδηλανάπτρια. μ’ ένα σάλι μαύρο σκεπασμένη. Αν είχε καμμίαν χαράν, η χαρά της ήτο μόνον το μοσχαναθρεμμένο παιδί της, ο Γιωργάκης της, τον οποίον επτά μηνών βρέφος της τον άφησεν ο μακαρίτης ο πατέρας του, ο καπετάν Λιμπέριος, ένας φιλήσυχος μικροκαπετάνιος, οπού απέθανε την ίδια νύκτα με το κότερό του, ένα εύμορφο και γλήγορο κότερο, οπού το πονούσε και από την γυναίκα του περισσότερον.
— Βοηθάτε με, για το Θεό, παιδιά! βοηθάτε με, εφώναζε την νύκτα εκείνην, οπού είχε σηκωθή μία αγρία παλαβονοτιά, αναστατώσασα όλον τον λιμένα της μικράς νήσου, ο οποίος είνε εκτεθειμένος εις την μανίαν της.
Ο καπετάν Λιμπέριος επάνω εις τον ύπνον του, εξαφνισθείς από τας αγρίας πνοάς του χειμερινού νότου εκείνου, κατέβη αμέσως εις τον λιμένα και εις ένα βράχον επάνω θαλασσωμένος, ξεσκούφωτος, και με τα άσπρο του εσώβρακον, σαν ο βρυκόλακας του λιμανιού, προσεπάθει να διασώση το ωραίον πλοιάριον, το οποίον παρασυρθέν είχε διπλαρώσει επάνω εις την βραχώδη ακτήν του λιμένος.
— Βοηθάτε με! έκλαιεν ολολύζων ο καπετάν Λιμπέριος μισοπνιγμένος μέσα εις τα αφρισμένα κύματα, και προσπαθών να πιάση από το μπαστούνι το κότερον, σαν παιδί από το χέρι, ο πτωχός, να το τραβήξη έξω . . .
Αλλ’ ένα τελευταίον κτύπημα του λεπτοκαμωμένου πλοίου επί των υφάλων εκεί διέλυσεν αυτό πάραυτα εις ξύλα και σχοινία, ότε και ο καπετάν Λιμπέριος έξαφνα, σαν να εγλίστρησεν, ευρέθη φαρδύς-πλατύς μέσα εις τα άγρια κύματα, συγκυλιόμενος και αυτός μετά των άλλων ναυαγίων, μέσα εις τους γοερούς γογγυτούς των αφρών και του ανέμου.
Η πένθιμος είδησις την εύρε την κυρά Λιμπέριαιναν προσευχομένην, γονατιστήν, εμπρός εις την Τριχειρούσαν της, ενώ το παιδίον, το νήπιον, εκλαυθμύριζεν άυπνον μέσα εις την κούνιαν του παραδέρνον.
Αλλ’ είχε πλάτος καρδιάς η αξία όντως γυναίκα αυτή και διήλθε νικηφόρος την θλιβεράν χηρείαν της, αφιερωμένη εις την ανατροφήν του τέκνου της, το οποίον ήδη, έφηβος είκοσιπενταετής, ήτο ο καλύτερος ναύτης της νήσου και ο συμπαθής ναύκληρος της σκούνας του καπετάν Γιάννη, απέξω από το Σιτλί-Μπαχάρ . . .
Εις το τελευταίον ταξείδι έμενε τρεις μήνας, σχεδόν όλον το φθινόπωρον, μαζί με την μητέρα του, η οποία υποφέρουσα από ένα επίπονον μαρασμόν είχε καταπέσει τελείως.
Ο χειμών πολύ πρώιμα εκραγείς και με ασυνήθη βίαν το έτος εκείνο, είχεν αποκλείσει ολοτελώς την μικράν νήσον με τας συνεχείς θυέλλας του και τας τρικυμίας του, ολίγας ημέρας μετά τον εις την νήσον καταπλούν της σκούνας, ήτις φορτωμένη σίδηρα παλαιά κατέβαινεν από την Πόλιν, κατευθυνομένη εις Μασσαλίαν.
— Καλύτερα, μαννούλα μου, οπού όλο βρέχει και χιονίζει, και
κάθομαι κοντά σου, εις την παραστιά . . .
— Την ευχίτσα μου νάχης, παιδί μου. Δεξιά και αριστερά! . . .
επανελάμβανεν η γερόντισα αντί πάσης άλλης ομιλίας.
Κι’ εσιώπα κατόπιν σιγήν μακράν και νεκρικήν, γυρμένη από το ένα πλευρόν εις το προσκέφαλόν της, παρά την εστίαν, και βλέπουσα ατενώς προς έν σημείον της οροφής, ως εν θεωρία μυστική των ησυχαστών της αρχαίας Λιβύης.
Και ο Γιωργάκης, ο εύσωμος ναύτης, με τους κυανούς του οφθαλμούς, εν οις κατηυγάζετο, θαρρείς, το γλυκύ του Αιγαίου χρώμα, με ένα πρόσωπον στρογγύλον και πράον, στιλπνόν και άμωμον, ως η αθωότης, με μίαν χάριν άπλαστον και διαυγή, ως το νάμα του Ταξιάρχου μας, τρεις μήνας σχεδόν δεν απεμακρύνετο από το πενιχρόν κλινίδιον της μητρός του, ήτις γυρμένη, ως ήτο πάντοτε, του εφαίνετο σαν ζωγραφιά της Αγίας Φωτεινής της Σμύρνης, απαστράπτουσα αγάπην και στοργήν.
Πρωί πρωί της άναπτε την φωτιάν και της έψηνε τον καφέ της, που της είχε φέρει από το ταξείδι, εωσού να ξημερώση καλά και έλθη η εξαδέλφη του, η Λουξανιώ, μία πτωχή και ηλικιωμένη ξενοδουλεύτρα, οπού η δουλειαίς δεν την άφησαν να πανδρευθή, για να της σκουπίση, να της ξετινάξη το μενδεράκι της, και να της μαγειρεύση έπειτα κανένα φαγάκι, έχουσα δίπλα της και τη δουλειά της, το ράψιμό της, καμμιά φορά και τα λανάρια της.
— Δεν μου λες τίποτα, μητέρα! έλεγε καμμιά φορά ο Γιωργάκης, θέλων να διακόπτη την θλιβεράν εκείνην της μητρός του σιωπήν, οπού τόσον τον έθλιβε. Δεν μ’ ερωτάς τίποτα!
— Τι να σ’ πω, παιδί μου; να σε ζαλίζω! επανελάμβανε πάντοτε η γραία, χωρίς ν’ αποσπάση από την μαυρισμένην οροφήν τους οφθαλμούς της, πλανωμένους, θαρρείς, εκεί επάνω εις καμμίαν εικόνα της φαντασίας της, κρεμασμένην εις κάποιαν μυστηριώδη της οροφής γωνίαν.
— Καμμιά φορά όμως συνήρχετο. Η λήθη, η οποία την είχε σαβανώσει, ζωντανήν, διελύετο σιγά-σιγά, σαν να ξεδιπλώνετο κάτι από πάνω της, και τότε το ωχρόν χρώμα του προσώπου της ερρόδιζεν εύμορφα, ως όταν θέλη να βασιλεύση ο ήλιος. Μειδίαμα τότε εζωγραφίζετο εις τα σιωπηλά της χείλη, μειδίαμα ελαφρόν και γλυκύ, ως είναι γλυκύ το ηλιοβασίλευμα· οι οφθαλμοί της οι νεκροί εκείνοι και ακίνητοι, ως εξ υάλου ψεύτικοι, ανεζούσαν αίφνης κ’ ελαμπύριζον κ’ έπαιζον. Και τότε ενθυμείτο ότι υπάρχει, και ενθυμείτο ότι ζη. Ενθυμείτο ότι υπήρξε ποτε ομιλητική και διαχυτική, και ενθυμείτο τα αστεία της τότε και τα ωραία της τα δίστιχα· και υπανεγειρομένη από το ερημικόν κλινίδιόν της, εσπρώχνετο σιγά-σιγά προς την εστίαν, ως διά να συνδαυλίση την φωτιάν.
Τότε, ως απαντώσα εις παλαιάς του Γιωργάκη ερωτήσεις, χθεσινάς και προχθεσινάς, έλεγε, μ’ ένα πένθιμον όμως πάντοτε μειδίαμα, μειδίαμα φεύγοντος, αποχαιρετισμόν, θαρρείς, θλιβερόν προς την ζωήν και τον κόσμον:
Γαϊτάνι πλέκω και δεν αδειάζω. Σαν τ’ αποπλέξω, σε κουβεντιάζω.
— Ανέζη τότε εν ταις ολίγαις στιγμαίς εκείναις της χαράς και της διαχύσεως εις τον στυγνόν εκείνον θάλαμον όλος ο κόσμος ο παρελθών, ένας πολύ ωραίος κόσμος, ως είναι ωραία η ζωή· ένας κόσμος εύχαρις και φαιδρός, οπού ακόμη δεν τον είχε σβήσει με την κρύαν σκιάν του το θλιβερόν γήρας.
Και την έβλεπε τότε — εθάρρει — ο Γιωργάκης την μητέρα του νέαν ακόμη, φιλόπονον και ακούραστον, οπού ποτέ της δεν έλεγε, πως θα γηράση, αναιβοκαταιβαίνουσαν της σκάλαις, εις τα πρώτα της μακράς χηρείας της χρόνια, μαγειρεύουσαν, γελώσαν, προσπαίζουσαν. Την εφαντάζετο τότε την σεμνήν γραίαν κατά τας ευτυχείς εκείνας στιγμάς οπού του έλεγε τα τρυφερά δίστιχα, από τα οποία είχεν εις την μνήμην της ολόκληρον θησαυρόν, αλλά τον οποίον τώρα είχε θάψει τόσον βαθειά η πένθιμος νόσος. Την εφαντάζετο ανασκουμπωμένην και ολόχαρον, κατασκευάζουσαν εκείναις της ωραίαις λαχανόπητταις, οπού ήσαν γεμάταις με χαράν παρά με καυκαλίθραις.
— Τι έγιναν εκείνα τα χρόνια, μαννούλα μου!
— Τι έγιναν εκείνα μαθές, παιδάκι μου! . . . Και τότε ίστατο και την έβλεπε και αυτός σιωπηλός και ακίνητος. Την εκύτταζεν, ως εν απορία προς το αιώνιον πρόβλημα της ζωής, το οποίον ιδού ανωρθούτο ενώπιόν του μαύρον, ως φάντασμα, ως ο σκελετός εκείνος με το δρέπανον . . .
— Διατί να γηράσκωμεν! και διατί να αποθνήσκωμεν!
— Όμως ευσεβής, ως ήτο, κ’ ευλαβής χριστιανός, κατώρθωνεν ευκόλως να πραΰνη την ψυχήν του, παρηγορών εαυτόν και την μητέρα του με την μόνην αληθινήν παρηγορίαν:
— Έννοια σου, μητέρα. Στην άλλη ζωή να είσαι καλά. Εκεί να περάσουμε καλά, εις την αιώνιον Βασιλείαν. Να ιδής εκεί χαραίς αληθιναίς, αθάναταις χαραίς.
***
— Μετά το γεύμα ο καιρός έδειξε σημεία βελτιώσεως καταφανή· η Ανατολή ήρχισε να καθαρίζη από τα μαύρα εκείνα νέφη, τα οποία είχε τόσον πυκνά σωρεύσει επί του Αιγαίου ο μαΐστρος τόσας ημέρας πνέων. Η Θράκη εξ άλλου φαεινώς ελαμπύριζεν εις το χαμήλωμα εκείνο του ηλίου, τα δε άγρια του Ελλησπόντου κύματα κατέπιπτον ολονέν, εωσού το πέλαγος το Αιγαίον, ήρχισεν όλον γοητευτικώς να γαλανίζη· και από το βάθος του ορίζοντος, κάτω πολύ, και οπίσω από την Τένεδον, σημεία ελαφρά νοτίου ανέμου εσχηματίζοντο.
— Βίρα, παιδιά, διέταξε μετ’ ενθουσιασμού ο καπετάν-Γιάννης, ιδών τα καλά του καιρού προμηνύματα.
Πάραυτα οι ναύται ευρέθησαν εις τας θέσεις των.
— Να ξεμουδιάσουμε λιγάκι, παιδιά! προσέθηκεν αμέσως.
— Αλέστα! εφώναξε με την κομμένην μύτην του ο κοντός ο Καπότας, πεθαίνων για το τιμόνι, «να κάμνη τον καπετάνιο».
Έκαμαν ένας-ένας οι ναύται τον σταυρόν τους· και ιδού η μπόμπα της σκούνας, με το βραχνόν και συχνοπιασμένον κύλισμά της, άρχισε να σύρη την άγκυραν, αφίνουσα ένα ασυνήθη σιδηρούν αντίλαλον εις την έρημον ακτήν με τον σκληρόν εκείνον ανασασμόν της.
Ως πτηνά συγχρόνως, ανάλογοι ναύται εθεάθησαν επάνω εις τους εξαρτισμούς του πλοίου, το οποίον ιδού άνοιξεν ένα-ένα τα πανιά του, και ταλαντευθέν επιχαρίτως δεξιά και αριστερά εξεκίνησεν ελαφρά, ως πάπια ξεκολλήσασα πλέον από το έλος, αφού εξετίναξε με χαράν τα δυο κοντά πτεράκια της.
Άφρισεν αμέσως εμπρός εις της μάσκαις της το θαλασσάκι, απ’ εδώ και απ’ εκεί, και μία ελικοειδής κίνησις συγχρόνως εσημειώθη επί της επιφανείας της θαλάσσης.
Ο Καπότας, κοντός και κυφός, με την κομμένην μύτην, εκάθισεν αμέσως εις το τιμόνι, έχων τα μάτια του διαρκώς εις την κατέναντί του πυξίδα και σοβαρευόμενος με κωμικήν ακινησίαν. Ο καπετάν- Γιάννης καταχαρούμενος εφουμάριζεν εις την πρύμνην διασκευάζων με μίαν παράταξιν δελφίνων, υπερηφάνως εξελισσομένην προ του Ελλησπόντου, ο δε Γιωργάκης, αφηρημένος πάντοτε, ακκουμβών επάνω εις την κωπαστήν, έβλεπε με λαιμαργίαν ευλαβή ένα ερημοκκλησάκι, το οποίον κατάχρυσον εις το ηλιοβασίλευμα εστόλιζε την κορυφήν εκεί ενός λοφίσκου.
— Φύσα, χρυσέ μου, φύσα! ηκούσθη ο καπετάν Γιάννης, αποτεινόμενος προς το ούριον αεράκι.
Η σκούνα εμβαίνει ήδη εις τον Ελλήσποντον ως νύμφη εις την παστάδα. Αι πνοαί του μπάτη προσκόπτουσαι επί των ιστών της και των σχοινίων και των λοιπών του εξαρτισμού πλεγμάτων, αποτελούσιν ηδυπαθή αρμονίαν καλλιφώνου μουεζίνη, ψάλλοντος επί του μιναρέ το γλυκύτατον κ ι ν τ ί, του δειλινού την παθητικήν προσευχήν.
Ιδού το Σιτλί-Μπαχάρ, το αληθινόν θαλάσσιον κλειδίον, επί της Θράκης, αποτόμως και ξηρώς κοπτομένης εις ακτάς τιτανώδεις. Ιδού από το άλλο μέρος και το Κουμ Καλέ επί της Ασίας, ήτις με τας μαλακάς και αβράς όχθας της, τας τόσον απαλώς πρασινοβαλούσας ήδη υπό την πρώιμον χλόην, θαρρείς κ’ εκτείνεται ερωτικώς να χαιρετίση, ν’ ασπασθή και εναγκαλισθή μίαν φοράν ακόμη την αγαπημένην αδελφήν της, την Ευρώπην, από την οποίαν την εξεχώρισαν αποτόμως εις την διάβασιν της, την κοπτεράν, η Δημιουργία.
Την νύκτα εξηκολούθησεν ο ευνοϊκός άνεμος ισχυρότερος ακόμη. Και ουδέ παρέστη ανάγκη του ρυμουλκού, το οποίον καταγάλαζον μ’ ένα πύρινον ζωνάρι είχε διπλαρώσει εις την σκούναν.
Υπό τους αισίους αυτούς του πλου όρους ο καπετάν Γιάννης ευχαρίστως παρεχώρησε την ζητηθείσαν άδειαν εις τον λοστρόμον του, όστις ήθελησεν ενωρίτερον να καταβή εις το ράντζο του, ως είπε δικαιολογούμενος, να ησυχάση.
— Άιντε, και λιγώτερο να θυμάσαι τη μάννα σου! Όσο μπορείς λιγώτερο!
***
Την αυγήν, επάνω εις το γλυκοχάραμα, όταν πλέον ο βαρδιάνος της πρώρας ήρχισε να ξεχωρίζη τους μιναρέδες της Καλλιπόλεως, το πλήρωμα κατά πρόσκλησιν του ναυκλήρου, του Γιωργάκη της Λιμπέριαινας, παρέστη εις μίαν τρυφερωτάτην σκηνήν, η οποία αξίζει τωόντι τον κόπον μιας περιγραφής.
Κάτω εις την πρώραν, εις την αίθουσαν των ναυτών, εκεί προ των εικονισμάτων του πληρώματος, οπού έκαιεν η ακοίμητος του πληρώματος της σκούνας κανδήλα, επάνω εις ένα τραπεζάκι εύμορφα ευτρεπισμένον, ένα πιάτο με κόλλυβα είχε τοποθετηθή με πολλήν στοργήν παρεσκευασμένον. Ήσαν κόλλυβα με χάριν και τρυφερότητα πολλήν στολισμένα. Είχον επιπασθή με στρώμα σακχάρεως, επί της οποίας ετέθησαν σταυροειδώς σταφίδες· κλωναράκια δύο ξηρού βασιλικού και μαντζουράνας συνεπλήρουν την όλην ευπρέπειαν με πολλήν σεμνότητα.
Ένα κηρίον εμπηγμένον εις το μέσον ήτο αναμμένον. Ο Γιωργάκης της Λιμπέριαινας, με φωτιά τα μάτια του από την αγρυπνίαν και από τον μυστικόν της νυκτός θρήνον, ξεσκούφωτος κι’ έχων έτοιμον θυμιατόν πήλινον, από εκείνα τα πρασινοκίτρινα του Τσανακαλέ, έκαμεν αμέσως τον σταυρόν του και ήρχισε να θυμιάζη τους ναύτας γύρω-γύρω αναγινώσκων συγχρόνως το Τρισάγιον και ψάλλων: «Μετά πνευμάτων δικαίων . . . . .». Οι ναύται καταπτοηθέντες αίφνης από της πρώτης εκείνης επιβολής, μεθ’ ης παρέστη ενώπιον των οφθαλμών των, την εωθινήν εκείνην ώραν, η απροσδόκητος αυτή σκηνή του πένθους, έστησαν εν ευλαβεία κατανυκτική γύρω-γύρω, ως εις Εκκλησίαν. Απεκαλύφθησαν και ήρχισαν να κάμνουν τον σταυρόν των. Μερικοί και εδάκρυον παρακολουθούντες την πένθιμον εκείνην ψαλμωδίαν. Όταν δ’ ο ναύκληρος ήρχισε να ψάλλη τελευταίον: «Μετά των Αγίων ανάπαυσον . . . ;» σιγά-σιγά με κλαίουσαν φωνήν, συχνά διακοπτομένην από τους λυγμούς της ψυχής του, οι ναύται δεν ημπόρεσαν να κρατηθούν από την συγκίνησιν και ανεκραύγασαν πάντες εν χορώ:
— Θεός σχωρέστηνε! Θεός σχωρέστηνε! . . . Και την εμακάρισαν έπειτα με την καρδίαν των, αληθώς, τρώγοντες τα τόσον κατανυκτικώς αοράτως ευλογηθέντα κόλλυβα, τα οποία εις την ερημίαν εκείνην, καταμεσής εις το πέλαγος, είχε παρασκευάσει η ευλαβής προς την ψυχήν της μητρός του στοργή του συμπαθούς ναυκλήρου.
Ο καπετάν Γιάννης παρασταθείς και αυτός περί το τέλος της ιεράς εκείνης σκηνής, της οποίας είχεν οσφρανθή το ευώδες θυμίαμα διασκορπισθέν από της πρώρας εις όλον το πλοίον, δεν ηδυνήθη να κρύψη ένα δάκρυ και αυτός, μ’ όλας τας φαιδράς και θυμήρεις έξεις των τρόπων του, και είπε λαμβάνων και αυτός από τα κόλλυβα:
— Οι πεθαμένοι πολλαίς φοραίς έχουν ανάγκην των ζωντανών. Είναι αλήθεια!
Ενώ συγχρόνως πίσω από την πρύμνην, όπου καμαρώνων ως γυφτοσκέπαρνον διηύθυνε τα πηδάλιον ξενυκτισμένος, κοντός και κυφός, ως ήτο, ο Καπότας, δεξιώτατος όντως πηδαλιούχος, νομίζων ότι εις αυτόν ωφείλετο ο δρόμος της ελαφράς σκούνας, εφώναξε δυνατά, με την έρρινον πάντοτε φωνή του:
— Κι’ εμένα λίγα κόλλυβα, να σχωρέσω!
***
Ύστερον, εκεί που έτρωγον, το μεσημέρι, διηγείτο ο μάγειρος, ο τσεσμελής εκείνος νεανίσκος, με το άσπρο μανδήλι περί τον ναυτικόν του κούκον, ότι την ώραν οπού έψαλλεν ο Γιωργάκης «Μετά των Άγιων ανάπαυσον» και συνέψαλλον και οι λοιποί, ότε όλοι οι ναύται εκλαίομεν από την συγκίνησιν — έλεγεν ο τσεσμελής — τότε, την στιγμήν εκείνην, είδεν επάνω προς τον φεγγίτην της πρώρας, από μέσα από τα τζάμια του σπιράγιου «σαν ένα κάτασπρο πράγμα, σαν ‘ποκάμισο, σαν σάβανο» οπού ελαφρά-ελαφρά εξεδιπλώνετο κι εξανεμίζετο και κάτι λάμψεις έλαμψαν τότε, σαν της αυγής τα πρώτα ξανοίγματα. Και είδεν εκεί ο τσεσμελής την μακαρίτισσαν, την ίδιαν την κυρά-Λιμπέριαινα, αδύνατην και ξηραγγινήν ως ήτο, αλλά χαρούμενην και καλοκαρδισμένην, και άκουσε μίαν γλυκυτάτην φωνήν, σαν σβύνουσαν μουσικήν, σαν ουράνιον ψαλμωδίαν, εις τα ύψη επάνω:
— Δεξιά και αριστερά, παιδί μου!
Σημ. Το παρόν διήγημα ανεδημοσιεύθη πολλάκις, και εις το αναγνωστικόν βιβλίον Ι. Πολέμη.
http://alavastron.blogspot.gr

ΜΙΚΡΗ ΑΓΡΥΠΝΙΑ ΤΗΣ ΕΟΡΤΗΣ ΤΗΣ ΠΕΝΤΗΚΟΣΤΗΣ

pentikosti

ΠΕΜΠΤΗ 24/5/2018 , ΩΡΑ 8.00 μ.μ. ΜΙΚΡΗ ΑΓΡΥΠΝΙΑ ΜΕ ΤΗ ΣΠΑΝΙΑ ΑΚΟΛΟΥΘΙΑ ΤΩΝ ΜΕΓΑΛΩΝ ΩΡΩΝ ΤΗΣ ΕΟΡΤΗΣ ΤΗΣ ΠΕΝΤΗΚΟΣΤΗΣ.

Τετάρτη, 23 Μαΐου 2018

Αρχιμανδρίτης π.Ιωάννης Καρασακαλίδης: Η Κυριακή της Πεντηκοστής ή γεννέθλιον μέρα της Εκκλησίας

ΠΡΟΛΗΨΕΙΣ & ΔΕΙΣΙΔΑΙΜΟΝΙΕΣ- ΚΑΛΕΣΜΕΝΟΣ Ο κ. ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ ΛΥΚΟΥΔΗΣ

27-28 Μαΐου Εορτάζει ο Ιερός Ναός Αγίας Τριάδος Άνω Αλισσου Πάτρας

Φωτογραφία του αλεξανδρος λαθουρος.

Στον Μέγα Αρχιερατικό Εσπερινό Κυριακή ώρα 19: 00 θα χοροστατήσει και θα ομιλήσει ο Θεοφιλέστατος Επίσκοπος Κερνίτσης κ.κ. Χρύσανθος 

του π .Χαρίτων Θεοδώρου : Oφείλουμε να προσευχόμαστε με περισσότερη θέρμη για να αναπαυθεί ο κεκοιμημένος

Το θρησκευτικό μνημόσυνο τελείται με δύο τρόπους ανάλογα των περιστάσεων. Ο πρώτος τρόπος γίνεται με ένα τρισάγιο το οποίο ψάλλεται πάνω από τον τάφο του νεκρού ή ο δεύτερος τρόπος ο οποίος συνδέεται και με την Θεία Λειτουργία όπου λίγο πριν την απόλυση αναπέμπεται επιμνημόσυνη δέηση για τους κεκοιμημένους αδελφούς μας.Το νεκρώσιμο τρισάγιο γίνεται σε συγκεκριμένα χρονικά διαστήματα δηλαδή στις τρείς ημέρες μετά την εκδημία του αγαπημένου μας

Ο ΑΠΙΣΤΟΣ ΚΑΙ Ο ΧΩΡΙΚΟΣ

xorikos

Οδηγίες για το καντήλι

kantili
Για τη σωστή κάυση του φυτιλιού μας πρέπει να χρησιμοποιούμε ελαιόλαδο.
Στο βάθος της καντηλόκουπας τοποθετούμε χονδρό αλάτι ή μικρό βότσαλο που βρίσκουμε στις παραλίες, αφού το πλύνουμε. Μετά βάζουμε το λάδι μας. Αυτό το κάνουμε γιατί κατεβαίνοντας το φυτίλι δεν φτάνει να έρθει σε επαφή με το γυαλί και να προκληθεί θραύση του λόγω της θερμοτητας αλλά και γιατί το αλάτι δεν λιώνει με το λάδι όπως και το βότσαλο βοηθά να κάτσει μαλακά χωρίς να γυρίσει το λουμινάκι με το φυτίλι.
Πολλοί χρησιμοποιούν νερό αντί για αλάτι ή βοτσαλάκια όμως όταν τελειώνει το λάδι επειδή το φυτίλι τραβά και νερό μαζί θα ακούσουμε το καντήλι μας να τσιτσιρίζει και πολλές φορές θα δούμε να πετάγονται κει σπίθες από αυτό.
Το λουμινάκι μας τώρα θα πρέπει να είναι από καλής ποιότητας φελό για να ελαχιστοποιήσουμε τις πιθανότητες να γυρίσει όταν είναι αναμένο το καντήλι και να προκληθεί πυρκαγιά. Το φυτίλι που θα χρησιμοποιήσουμε θα πρέπει να το τοποθετήσουμε στο αντίστοιχο λουμίνι ώστε να τραβά τη ποσότητα που χρειάζεται για την καύση και όχι λιγότερο(αν είναι σφικτό). Το τοποθετούμε έτσι ουτοσώστε να είναι περίπου τα 2/3 του φυτιλιού βουτηγμένα στο λάδι και το υπόλοιπο 1/3 για τη φλόγα. Αν εξέχει περισσότερο από την πάνω μεριά τότε το καντήλι μας θα καπνίζει και θα καίγεται γρήγορα το φυτίλι μας.
Όταν σβήνει το καντήλι ακόμη και αυτό που έχουμε στο σπίτι μας ,το καμένο φυτίλι του δεν πρέπει να το πετάμε στον νεροχύτη η στα σκουπίδια αλλά σε μιά γλάστρα η στο χώμα.Το ίδιο ισχύει και για το νερό του καντηλιού κάτω από το λάδι όταν θέλουμε να το αλλάξουμε δεν το ρίχνουμε στο νεροχύτη.
Επειδή οί περισσότεροι άνθρωποι σήμερα ζούμε σε πολυκατοικίες, ( καί ευτυχείς όσοι ζούνε σέ μονοκατοικίες), υπάρχουν κάποια μέτρα ευλάβειας πού θεωρώ ότι πρέπει νά λέγονται. Ούτε κι΄ εγώ τά γνώριζα πρίν αλλά τώρα πού τά έμαθα νομίζω ότι είναι σωστά.
1) Νά ανάβουμε τό καντήλι μας μέ γνήσιο λάδι, καλύτερο από αυτό πού τρώμε, καί ο Θεός θά μάς τό ανταποδώσει από αλλού βλέποντας την οικονομική θυσία μας. Όχι σπορέλαια, βαμβακέλαια, πυρηνέλαια, καί έλαια τηγανισμένα καί γιά πέταμα ! Έλαιον δίνουμε, έλεος παίρνουμε…
Λαμπιόνια αντί γιά καντήλια είναι κάτι πού δέν πιάνει, καί πάει χαμένο…
2) Τό καντήλι μας να φέρει οπωσδήποτε μεταλικό κάλυμμα με τρύπες, γιατί χωρίς κάλυμμα υπάρχει κίνδυνος να σκάσει το φυτίλι καί να πετάξει κάφτρα δίπλα, με κίνδυνο πυρκαγιάς. Ποτέ καντήλι ξεσκέπαστο καί ποτέ καντήλι πάνω από στρώματα καί πάνω από μάλλινα ρούχα, χαλιά, κλπ
3) Νά λιβανίζουμε πρωϊ καί βράδυ όλα τα δωμάτια αρχίζοντας από τό εικονοστάσι πού πρέπει νά έχουμε στόν τοίχο τού σπιτιού μας καί πάντα Ανατολικά, έστω κι΄ άν έχουμε τήν στεφανοθήκη μας μόνο καί μιά εικόνα καρφωμένη στόν τοίχο. Όταν λιβανίζουμε νά ψέλνουμε έστω καί ένα τροπάριο καί νά μή πιάνουμε συζήτηση μέ τούς άλλους γύρω μας με το λιβανιστήρι στό χέρι. Είναι στιγμές αφιερωμένες στόν Θεό καί άς είμαστε προσεκτικοί…
4) Εάν έχουμε μονοκατοικία καλό είναι σε μιά γωνιά τού κήπου μας νά έχουμε ένα φραγμένο, μικρό, απάτητο χώρο, ή ένα χωνευτήρι γιά να πετάμε, ή νά καίμε ( καλύτερα) τά φυτιλάκια, καρβουνάκια, σκισμένες ή παλιές εικόνες, έντυπα χριστιανικά πού δεν χρειαζόμαστε κλπ.
5) Εάν είμαστε σε πολυκατοικία τότε νά έχουμε έξω στό μπαλκόνι μας σε μιά γωνιά, ένα καθαρό κουβά στόν οποίο μέσα σε σακούλα να βρίσκετε πλανιδούρι ξύλου πού έχει απορροφητικότητα, καί μέσα εκεί να πετάμε
τά καντιλάκια, καρβουνάκια,κλπ. Όταν γεμίσει καί «κάτσει» κάπως, τότε προσθέτουμε κι΄ άλλη στρώση πλανιδούρι. Μιά φορά τον μήνα ή όταν γεμίσει, παίρνουμε την σακούλα αυτή καί την πετάμε σε απάτητο τόπο, κυρίως όμως σε ποτάμι ή θάλασσα… Ποτέ στά σκουπίδια μέ τίς ακαθαρσίες πού εκεί υπάρχουν…
6) Σχετικά μέ τά άναμμα τών καντηλιών η Αγία Ματρώνα τής Μόσχας έλεγε τα παρακάτω:
«Συμβούλευε νά κάνουμε σωστά τόν σταυρό μας καί νά σταυρώνουμε τά πάντα γύρω μας, ακόμη καί τό φαγητό μας…
Τήν ρώτησε κάποτε ή Ζηναϊδα Ζδάνοβα,
» Γιατί επέτρεψε ό Θεός νά κλείσουν καί νά γκρεμίσουν τόσες Εκκλησίες στήν Ρωσία;»
καί απάντησε μέ τά παρακάτω λόγια,
«Αυτό ήταν τό θέλημα τού Θεού. Ο λαός είναι σάν υπνωτισμένος καί μιά φοβερή δαιμονική δύναμη έχει μπεί σέ δράση. Βρίσκεται στόν αέρα, καί διεισδύει παντού.
Παλιά, ή δαιμονική αυτή δύναμη κατοικούσε στά έλη καί στά πυκνά δάση, επειδή οί άνθρωποι πήγαιναν τακτικά στήν εκκλησία, φορούσαν καί τιμούσαν τόν σταυρό.
Τά σπίτια τους ήταν προστατευμένα από τίς εικόνες, τά κανδήλια πού έκαιγαν, τόν αγιασμό πού έκαναν…
Τά δαιμόνια πετούσαν μακριά καί φοβόντουσαν νά πλησιάσουν…
Σήμερα όμως, τά σπίτια αυτά αλλά καί οί ίδιοι οί άνθρωποι έχουνε γίνει κατοικητήριο δαιμόνων γιά τήν απιστία τους καί τήν απομάκρυνσή τους από τόν Χριστό…»
http://www.kivotoshelp.gr/
agiooros.net

Δημοφιλείς αναρτήσεις